Παναγία Σουμελά. Η μοναδική ιστορία της περίφημης και θαυματουργής εικόνας του Ευαγγελιστή Λουκά

Μια ιστορία χαμένη στα βάθη του Πόνου - Παναγίας Σουμελά

241

Αυτή είναι η μοναδική ιστορία της περίφημης και θαυματουργής εικόνας του Ευαγγελιστή Λουκά, την οποία ανακάλυψε στην Τραπεζούντα στις 9 Νοεμβρίου του 1931 Έλληνας μοναχός.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σουμελά εικονογραφήθηκε σύμφωνα με την παράδοση της Ορθοδόξου εκκλησίας από τον Ευαγγελιστή Λουκά.

Η δε ετυμολογία της, Σουμελά, προέρχεται από το όρος Μελά και το ποντιακό ιδίωμα “σου” που σημαίνει “εις το ή εις του”, και συνεπώς “εις του Μελά”, το οποίο τελικά έγινα Σουμελά.

Μετά το θάνατο του Απόστολου και Ευαγγελιστή, ο μαθητής του Ανανίας φέρνει την εικόνα στην Αθήνα και την τοποθετεί στον περικαλλή ναό της Θεοτόκου. Την εποχή εκείνη η εικόνα ονομάζεται Παναγία η Αθηνιώτισσα.

Σύμφωνα με την ιερή παράδοση οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της Παναγιάς, ακολουθούν την πορεία της εικόνας, η οποία πετά ως τον Πόντο.

Οι δύο μοναχοί περνούν τα Μετέωρα, τη Χαλκιδική και την παραλία της Μονής Βατοπεδίου, από όπου ένας άγνωστος άνδρας τους μεταφέρει με καράβι μέχρι την Μαρώνεια.

Βαρνάβας και Σωφρόνιος περνούν πεζοπορώντας τη Ραιδεστό και κατορθώνουν τελικά να φθάσουν στην Κωνσταντινούπολη, από όπου και πηγαίνουν με ένα πλοιάριο στην Τραπεζούντα.

Η λάμψη της Αθηνιώτισσας

Εκεί πια η Παναγιά εμφανίζεται και πάλι στους δύο Αθηναίους μοναχούς για να τους πληροφορήσει ότι η εικόνα της πορεύεται προς το όρος Μελά.

Με πυξίδα τους πλέον τον Πυξίτη ποταμό και εμψυχωμένοι από τη δύναμη της πίστης τους ανηφορίζουν προς το όρος μέχρι τη στιγμή που βρίσκονται μπροστά στην είσοδο μιας σπηλιάς με χρυσαφένια λάμψη. Η λάμψη αυτή δεν ήταν άλλη από το φως της Εικόνας της Αθηνιώτισσας.

Βαρνάβας και Σωφρόνιος γονυπετείς και πλημμυρισμένοι με δάκρυα χαράς, ευχαριστούν την Παναγιά και της υπόσχονται να χτίσουν στο σημείο αυτό έναν ναό προς τιμήν της.

Με μοναδικά τους εφόδια, λοιπόν, την πίστη, την επιμονή και την εργατικότητά τους, οι δύο αποφασισμένοι ερημίτες μοναχοί κατορθώνουν παρά τις πολλές αντιξοότητες που συναντούν, να χτίσουν το 386 μ.Χ. σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους Μελά, σε υψόμετρο 1.063 μέτρα, σκαλιστή μέσα στο βουνό την εκκλησία της Σουμελιώτισσας.

Από τότε η εικόνα έγινε γνωστή ως Παναγία Σουμελά, ενώ το πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα παραμένει το σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού επί 16 ολόκληρους αιώνες.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε επίσης, σύμφωνα με την παράδοση, κατά τρόπο θαυματουργό, ενώ η ανθρώπινη λογική αδυνατεί ακόμη και σήμερα να βρε απάντηση στο θέαμα που αντικρίζουν οι πιστοί προσκυνητές από όλο τον κόσμο, να αναβλύζει νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Οι δε θεραπευτικές του ιδιότητες κάνουν πασίγνωστο το μοναστήρι στα πέρατα της γης σε Χριστιανούς αλλά και Μουσουλμάνους.

Η καταστροφή και το θάψιμο της εικόνας

Στα μέσα του 1800 η Μονή απέκτησε έναν μεγάλο ξενώνα με 72 δωμάτια και άλλους χώρους όπως βιβλιοθήκη, γραφεία κλπ.

Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, και κειμήλια σχεδόν όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου.

Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Βυζαντινοί Βασιλιάδες στη μονή,  επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν  και επί Tουρκοκρατίας , με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια.

Τα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών.

Το 1922 οι Τούρκοι  επιτέθηκαν στο μοναστήρι. Λήστεψαν πολλά από τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή και μετά έβαλαν φωτιά για να αφανίσουν εντελώς το Ελληνικό στοιχείο από την περιοχή.

Οι μοναχοί όμως, που είχαν προβλέψει το χτύπημα των Τούρκων, είχαν φροντίσει να κρύψουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σουμελά, καθώς και άλλα κειμήλια, όπως το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και έναν Σταυρό από Τίμιο Ξύλο, που είχε δωρίσει στη Μονή ο αυτοκράτορας Μανουήλ Γ’ της δυναστείας των Κομνηνών.

Τα ιερά αντικείμενα θάφτηκαν στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας που βρισκόταν σε απόσταση 2 χιλιομέτρων από το μοναστήρι.

Οι Έλληνες του Πόντου ξεριζώθηκαν και τα κειμήλια έμειναν εκεί για περίπου δέκα χρόνια.

Η Ιστορία της εικόνας της Παναγίας Σουμελά

Ήταν Οκτώβριος του 1931. Έχουν περάσει  9 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή που αφάνισε τον Ελληνισµό της Μικράς Ασίας  και ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ετοιμάζεται να υποδεχθεί µε λαμπρότητα στην Αθήνα τον Τούρκο οµόλογό του Ισµέτ Ινονού.

Πριν από έναν χρόνο, τον Οκτώβριο του 1930,  οι δυο πολιτικοί είχαν  υπογράψει το Ελληνοτουρκικό Σύµφωνο Φιλίας, , επισφραγίζοντας και εγγράφως τη διάθεση τους για τη θεμελίωση αρµονικών σχέσεων, που θα απέτρεπαν έναν νέο πόλεµο.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 1931. Το πλοίο που μεταφέρει τον  Τούρκο προσκεκλημένο φθάνει στο λιµάνι του Πειραιά. Η προκυµαία είναι παντού σηµαιοστολισµένη µε ελληνικές και τουρκικές σηµαίες, ενώ τα παραπλέοντα σκάφη σφυρίζουν συνεχώς για να τον προϋπαντήσουν. Στην αποβάθρα τον υποδέχεται ο Ελευθέριος Βενιζέλος µε σύσσωµο το Υπουργικό Συμβούλιο.

Το καλό κλίµα επιτρέπει στον Βενιζέλο και τον ποντιακής καταγωγής υπουργός Πρόνοιας, Λεωνίδα Ιασωνίδη να θέσουν στον Τούρκο αξιωµατούχο ένα ευαίσθητο ζήτηµα, την παράδοση στην Ελλάδα τριών εμβληματικών θρησκευτικών κειμηλίων της Ιεράς Μονής Παναγίας Σουµελά του Πόντου, που είχαν κρύψει για προστασία οι µοναχοί  της προκειμένου να µην τα καταστραφούν το 1922.

Τα κειμήλια αυτά ήταν η ιερή εικόνα της Παναγίας , το χειρόγραφο ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και ο σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού.

Ο Ινονού  αντιλαμβάνεται ότι τα συγκεκριμένα κειµήλια έχουν μεγάλη σηµασία για τους ορθόδοξους συνοµιλητές του και στο πλαίσιο του καλού κλίµατος λέει ναι και δίνει άδεια για τον επαναπατρισµός τους.  Πού βρίσκονταν όµως;

Τον ακριβή τόπο όπου είχαν  θαφτεί τα ιερά κειμήλια της Παναγίας Σουµελά,  γνώριζε μόνο  ένας  γέροντας μονάχος ο Ιερεµίας Σουµελιώτης, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης. Επειδή ήταν ασθενής και δεν τον βαστούσαν τα πόδια του για να πάει ο ίδιος, πίσω στον Πόντο υπέδειξε το σηµείο στον τότε Μητροπολίτη Τραπεζούντας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Χρύσανθο.

Ο καλόγερος αποκάλυψε  στο Χρύσανθο, ότι οι θησαυροί της Ορθοδοξίας βρίσκονταν θαµµένοι στα ερείπια του παρεκκλησίου της Αγίας Βαρβάρας, περίπου 2 χιλιόµετρα µακριά από το ιστορικό µοναστήρι της Παναγίας Σουµελά.

H εικόνα όταν ήρθε στην Ελλάδα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας.

Το 1931 ο Λεωνίδας Ιασωνίδης προτείνει τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Ελλάδας, ενώ τελικά το 1951 ο οραματιστής, συγγραφέας και γιατρός Φίλων Κτενίδης κάνει πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

Η εικόνα της Παναγίας είναι ένα σύμβολο για τους Έλληνες του Πόντου. Χαρακτηριστική για τη σημασία της είναι η δήλωση του Λεωνίδα Ιασωνίδη, υπουργού Πρόνοιας της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου, όταν επί των ημερών του, η εικόνα ήρθε στην Ελλάδα : “Εν Ελλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Με την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος”.

Η Μονή Παναγίας Σουμελά το 1902

 

Τότε η εικόνα φιλοξενήθηκε για λίγο στο σωματείο Παναγίας Σουμελά για να τοποθετηθεί επίσημα, τον Αύγουστο του 1952 στον Ιερό Ναό Νέας Παναγίας Σουμελά, που χτίστηκε στις πλαγιές του Βερμίου.

Τον Ιανουάριο του 2015 ήρθε στο φως μια περίτεχνη τοιχογραφία της Παναγίας που εντυπωσίασε τους ερευνητές.

Ο δημοσιογράφος και τουρκολόγος Ν. Χειλαδάκης μας πληροφορεί για την συγκλονιστική ανακάλυψη. Σύμφωνα με ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού, που εποπτεύει των εργασιών της ανακαίνισης της ιεράς ελληνορθόδοξης σταυροπηγιακής μονής της Παναγίας Σουμελά, μετά από 16 χρόνια των εργασιών ανακαίνισης, οι ειδικοί ερευνητές εισήλθαν για πρώτη φορά στο Βαπτιστήριο της μονής και στο Cile Odasi.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μια περίτεχνη τοιχογραφία της Παναγίας που είχε μείνει στο σκοτάδι, από τότε που οι Πόντιοι εγκατέλειψαν τον Πόντο, μέσα στο αίμα της φρικτής γενοκτονίας των Ποντίων.

Η τοιχογραφία προκάλεσε τον ενθουσιασμό των Τούρκων που εργάζονταν σε αυτή την πτέρυγα της μονής, η οποία επιφυλάσσει συνεχώς καινούργιες εκπλήξεις για ερευνητές και πιστούς.