“Άρχων Οφφικιάλιος” χειροθετήθηκε ο Σ. Τσιόδρας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη

60

Άρχων Οφφικιάλιος χειροθετήθηκε το βράδυ της Τρίτης ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο κατά τον μεγάλο εσπερινό στην Ιερά Μόνη Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για μια τιμητική διάκριση του Πατριαρχείου σε προσωπικότητες για το έργο τους και την προσφορά τους στην εκκλησία και την κοινωνία.

Μακάρι και άλλες προσωπικότητες να ακολουθήσουν το παράδειγμα του καθηγητή κ. Τσιόδρα, είπε ο Οικουμενικός Πατριάρχης και εξήρε το επιστημονικό έργο του καθηγητή και την προσήλωση του στην εκκλησία.

Ο κ. Τσιόδρας συγκινημένος από την τιμητική διάκριση στο πρόσωπό του δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως “ο Παναγιώτατος μού έκανε μια τιμή που δεν την αξίζω. Νομίζω πως η τιμή στο πρόσωπο μεταφέρεται σε όλον τον κόσμο, όχι σε εμένα. Σημαίνει διακονία σε όλον τον κόσμο”.

Ο κ. Τσιόδρας δέχθηκε τα συγχαρητήρια πλήθους κληρικών που βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη για τις εργασίες της Συνάξεως της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου, ενώ σήμερα Τετάρτη θα εορτασθεί στο Φανάρι η γιορτή της Ινδίκτου.

Τι σημαίνει ο τίτλος “Άρχων Οφφικιάλιος”;

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί εδώ και πέντε αιώνες στο ακέραιο τους τίτλους που δίνονταν από τους ρωμαίους (βυζαντινούς) αυτοκράτορες και εξακολουθούν να αποτελούν μια ελάχιστη ένδειξη της τιμής, της αγάπης και του σεβασμού που τρέφει το Πατριαρχείο στους ανθρώπους αυτούς.

Όλα τα πατριαρχεία διαθέτουν τους δικούς τους Άρχοντες και αποδίδουν ειδικά παράσημα, τα λεγόμενα οφφίκια (εκκλησιαστικοί τιμητικοί τίτλοι), σε προσωπικότητες οι οποίες εργάζονται για το καλό της Εκκλησίας και της ανθρωπότητας με το πλέον ξακουστό και πολυθρύλητο να είναι το Τάγμα των Αρχόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο τίτλος του Άρχοντα εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 3ο μ.Χ. αιώνα και δινόταν σε μια τάξη αξιωματούχων που ονομάζονταν οφφικιάλιοι. Αρχικά δινόταν μόνο στους κληρικούς, όμως με την πάροδο του χρόνου, στη βυζαντινή εποχή, οι τίτλοι αυτοί αυξάνονται σε αριθμό και οι περισσότεροι τιτλούχοι είναι λαϊκοί. Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι τίτλοι και οι διακρίσεις δίνονται μόνο σε εκείνους οι οποίοι εργάζονται για το καλό της Εκκλησίας.

Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικεφαλής των οφφικίων είναι το του άρχοντος Μεγάλου Λογοθέτου και ακολουθούν τα μεγάλα οφφίκια: του χαρτοφύλακος, του πρωτονοταρίου, του ρήτορος, του ρεφερενδαρίου, του υπομνηματογράφου, του πρωτέκδικου, του ιερομνήμονος, του χαρτουλαρίον, του δικαιοφύλακος, του νομοφύλακος, του ακτουαρίου, του δεπουτάτου.

Για τους τιμωμένους ανθρώπους των γραμμάτων υιοθετήθηκαν, αντί των παλαιοτέρων οφφικίων του διδασκάλου του αποστόλου ή του ψαλτήρος, μάλιστα για τους θεολόγους, τα οφφίκια του διδασκάλου του Ευαγγελίου ή της Εκκλησίας ή του κατηχητή. Για τους εκπαιδευτικούς: το του διδασκάλου του Γένους και για τους λοιπούς διανοουμένους, του διδασκάλου των γραμμάτων. Στον χώρο της λειτουργικής μουσικής απονέμονται τα οφφίκια: του πρώτου δομέστιχου, που είναι και το αρχαιότερο, του πρωτοψάλτη, του λαμπαδαρίου, του πρωτοκανονάρχη,, του πριμικηρίου, του υμνογράφου, του μουσικοδιδάσκαλου, του χοράρχη. Επίσης, απονέμονται και τα άπλα τιμητικά οφφίκια εκκλησιαστικής, πολιτικής και στρατιωτικής προελεύσεως, όπως: του εξάρχου, του πρωτομαΐστορος, του κανστρινσίου, του μυρεψού, του νοταρίου, του ασικρίτη, του οστιαρίου, του διερμηνέως, του ακτουαρίου, του λαοσυνάκτη, του προστάτου των γραμμάτων ή των σχολείων, του αγιογράφου, του υπομιμνήσκοντος, του σκευοφύλαπος, του ακολούθου.

Τι είναι τα οφφίκια και σε ποιους κορυφαίους αξιωματούχους της εποχής απονέμονταν;

Αυτή είναι η λίστα με τα οφφίκια που απονέμονται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αγιογράφος: Οφφίκιο, που απονέμεται σε διακεκριμένους αγιογράφου

Αρχιτέκτων των Πατριαρχείων: Οφφίκιο, που απονέμεται σε αρχιτέκτονες, που υπηρετούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αρχόντισσα του Οικουμενικού Θρόνου: Οφφίκιο, που απονέμεται σε γυναίκες για διακεκριμένες φιλανθρωπικές πράξεις.

Ασηκρήτις: Ο Ασηκρήτις ή Ασεκρήτις προέρχεται από τη λατινική λέξη scriba (γραμματέας) και περιγράφει τα καθήκοντα του γραφέα. Η θέση του ήταν εμπιστευτική και γι αυτό οι ασηκρίτες είχαν απαραίτητα υψηλή μόρφωση και ευρύτατη γλωσσομάθεια. Περιστασιακά προΐδρευε των δικαστικών συνεδριάσεων του Αυτοκράτορα. Εκκλησιαστικά, ταυτίζεται τρόπον τινά με το οφφίκιο του Νοτάριου. Ο προϊστάμενος των ασηκριτών ήταν ο Πρωτοασηκρήτις.

Δεπουτάτος: Ο Δεπουτάτος καλούσε του Άρχοντες στον Αρχιερέα και προετοίμαζε το λαό για την ποιμαντορική επίσκεψη του Αρχιερέα, απομακρύνοντας τον όχλο από τον δρόμο και κάνοντας τις αναγκαίες προετοιμασίες για την τέλεση των Ιερών Ακολουθιών. Κατά τη Θεία Λειτουργία, προπορευόταν των ιερέων στις δύο Εισόδους κρατώντας λαμπάδα και φορώντας χαρακτηριστικό μανδύα. Ο τίτλος του Δεπουτάτου απονέμετο στους δικαιούχους από τον Πατριάρχη, συνήθως κατά την στέψιν των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων στο Ναό της Αγίας Σοφίας, “όπως πράττουν αγαθά υπέρ της Εκκλησίας και του λαού”.

Διδάσκαλος: Ο Διδάσκαλος ερμήνευε το Άγιο Ευαγγέλιο, όπως επίσης και το Ψαλτήριο, όταν ιερουργούσε ο Αρχιερέας. Κρατούσε τα διδασκαλεία της Επισκοπής και του ανετίθετο η ευθύνη της διδασκαλίας των Κατηχουμένων και η προετοιμασία αυτών για το ιερό Βάπτισμα. Ο θεσμός των Διδασκάλων συνεχίζεται μέχρι σήμερα και απονέμεται από τον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη στους διακριθέντες για την θεολογική και εν γένει παιδεία και προσφορά τους.

Διερμηνεύς: Είναι πολιτικό και εκκλησιαστικό αξίωμα στην αρχαία έλληνο-ρωμαϊκή ιστορία, βυζαντινή αυτοκρατορία και Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. Το αξίωμα αυτό είναι πολύ παλαιό στη ζωή των διαφόρων λαών, αν και με όχι επίσημο χαρακτήρα, διακρίνεται δε σε πολλές μορφές. Στην αρχή ο διερμηνέας εθεωρείτο ο ερμηνευτής των λογίων του Θεού. Η λέξη διερμηνεύς προέρχεται από το ρήμα “ερμηνεύω”, το οποίο έχει διπλή μορφή και σημαίνει: πρώτο, ότι κάποιος δύναται να εξηγήσει την έννοια ενός πράγματος, ή ότι δύναται να συλλάβει υπό το φως της ατομικής του πίστεως, της κρίσεως ή και των περιστάσεων, το νόημα ενός πράγματος και να δώσει μια ερμηνεία σε αυτό, και δεύτερο, ο διερμηνεύς δύναται να εκπροσωπήσει κάτι διά της εκτελέσεως ενός έργου, ή να ενεργήσει ως διερμηνεύς μεταξύ δύο ή και πλέον ομιλητών διαφόρων γλωσσών. Οι διερμηνείς ανελάμβαναν την ερμηνεία των διαφόρων συζητήσεων κοινών θεμάτων μαζί με άλλες Εκκλησίες. Ο πρώτος των διερμηνέων εκαλείντο “Μέγας Διερμηνεύς”.

Δικαιοφύλαξ: Οι δικαιοφύλακες ήταν νομικοί σύμβουλοι υπέρ των δικαιωμάτων της Εκκλησίας και του λαού του Βυζαντίου.

Δομέστικος: Οι Δομέστικοι ήταν δύο και προΐστανται των δύο χορών (δεξιού και αριστερού) και ψάλουν μαζί με τον Πρωτοψάλτη. Κατά τον Γεώργιο Κωδινό, υπήρχε και ο Δομέστικος των Θυρών στην Αγία Σοφία, ο οποίος είχε την ευθύνη της συντήρησης των θυρών του Ναού και της διατήρησης αυτών σε καλή κατάσταση, διότι δεν ανοιγόταν όλες οι θύρες κατά τη διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών.

Έκδικος: Εκκλησιαστικό αξίωμα του 2ου αιώνα, που αποδιδόταν σε όσους ήταν επιφορτισμένοι με την υπεράσπιση των δικαίων της Εκκλησίας, ενώπιον των πολιτικών αρχών. Επίσης, υποστήριζε τους πτωχούς και τους αδυνάτους, εκπροσωπώντας τον Επίσκοπο, που τον διόρισε. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Έκδικος ονομαζόταν τιμητικά “εκκλησιέκδικος”.

Καστρήνσιος: Ο Καστρήνσιος άλλασε τον Αρχιερέα, ενώ κρατούσε το θυμιατό και τον αέρα. Την ώρα του τριαδικού ύμνου ράντιζε το λαό με αγίασμα. Κατά την Αγία και Μεγάλη Τρίτη ανέγνωσκε το Ιερό Ευαγγέλιο, ενώ Φύλασσε τα αξιώματα του Αρχιερέα και κρατούσε το κιβώτιο των αρωμάτων.

Μανδάτωρ: Ο ακόλουθος του Πατριάρχη που φέρει ράβδο και με τους κτύπους στο έδαφος σημαίνει την άφιξη, διέλευση ή αποχώρησή του. Στις Επισκοπές χρέη Μανδάτωρος εκτελεί ο Πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης, που φέρει σχετική ράβδο (με επιπρόσθετα καθήκοντα του τελετάρχη στις λιτανείες). Κατά δε τη διάρκεια των Αρχιερατικών συλλείτουργων χρέη Μανδάτωρα εκτελεί ο Αρχιδιάκονος ή Διάκονος κατά την αναγγελία της φήμης ενός εκάστου Αρχιερέως. Επί Βυζαντίου, ήταν ανώτατος υπάλληλος της Βασιλικής (Αυτοκρατορικής) Αυλής, έργο του οποίου ήταν να μεταβιβάζει τις διαταγές του Αυτοκράτορα. Το αξίωμα αυτό έφεραν πολλοί, με επί κεφαλής αυτών τον “Πρωτομανδάτωρα”.

Μέγας Λογοθέτης: Ο Λογοθέτης ήταν αξίωμα στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σημαίνει “αυτός που θέτει τον λόγο”, αυτός που παίρνει αποφάσεις στην κυβέρνηση δηλαδή, αξίωμα αντίστοιχο με αυτό του Βουλευτή σήμερα. Στα κατοπινά χρόνια, ο Μέγας Λογοθέτης είχε την μεγαλύτερη ισχύ και προεξείχε των υπολοίπων, και στα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας αντιστοιχούσε του Βεζίρη ή του Πρωθυπουργού. Εκκλησιαστικά, ο Λογοθέτης κατείχε τη σφραγίδα του Αρχιερέα και σφράγιζε όλα τα έγγραφα. Στο ναό, κρατούσε το δίσκο με το Άγιο Αντίδωρο και το έδινε στον κατακλαστή του Αρχιερέα. Στον Πατριαρχικό Ναό, στεκόταν στα δεξιά του Πατριάρχη κατά τις επίσημες Θείες Λειτουργίες και λοιπές τελετές. Επίσης, κατά τις Πατριαρχικές ή Συνοδικές Λειτουργίες απήγγειλε το Σύμβολον της πίστεως (Πιστεύω) και την Κυριακή προσευχή (το Πάτερ ημών). Έφερε και τον τίτλο “ενδοξότατος άρχων”.

Μέγας Οικονόμος: Ο Μέγας Οικονόμος, φορώντας μόνο το στιχάριό του, στεκόταν στο δεξί μέρος της Αγίας Τράπεζας, όταν λειτουργούσε ο Αρχιερέας, βαστώντας το Άγιο Ριπίδιο (εξαπτέρυγο). Κατά την Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα ανέγνωσκε το Ιερό Ευαγγέλιο, ενώ προσήγαγε στον Αρχιερέα το μέλλοντα χειροτονόμενο ιερέα. Κρατούσε τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων της Επισκοπής. Με τη βοήθεια ενός Χαρτουλάρη καταγράφει όλα τα κτήματα και τα πράγματα, που εισέρχονταν, και δύο φορές το χρόνο έδινε αναφορά στον Αρχιερέα. Επίσης, διένειμε και τα δικαιώματα των αδελφών του από τις εισφορές της Επισκοπής. Κρατούσε την Επισκοπή μετά την παρέλευση του Αρχιερέα μέχρι την έλευση του επόμενου, ενώ προηγούνταν στην εκλογή του νέου Επισκόπου.

Μέγας Σακελλάριος: Ο Μέγας Σακελλάριος, φορώντας μόνο το στιχάριο και το οράριό του, στεκόταν στο αριστερό μέρος της Αγίας Τράπεζας, όταν λειτουργούσε ο Αρχιερέας, βαστώντας το Άγιο Ριπίδιο. Κατά την Αγία και Μεγάλη Τετάρτη ανέγνωσκε το Ιερό Ευαγγέλιο, ενώ προσήγαγε στον Αρχιερέα το μέλλοντα χειροτονόμενο ιερέα, στεκόμενος κοντά στον Μεγάλο Οικονόμο. Είχε σαν έργο του να επισκέπτεται τα ανδρικά μοναστήρια και να καταγράφει, με τη βοήθεια ενός Χαρτουλάρη, τα έσοδα και τα έξοδα, το βίο και την πολιτεία των μοναχών και τρεις φορές τον χρόνο έδινε αναφορά στον Αρχιερέα.

Μυρεψός: Ο Μυρεψός ήταν τιμητικός τίτλος, ο οποίος αποδιδόταν κατά τους βυζαντινούς χρόνους σε γιατρούς. Ο τίτλος αυτός διατηρείται μέχρι και σήμερα και απονέμεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην έδρα του οποίου εξάλλου κάθε 10 χρόνια παρασκευάζεται το Άγιο Μύρο. Ο Άρχων Μυρεψός χειροθετούνταν από του Πατριάρχη την Κυριακήν των Βαίων και μαζί με τους “Ειδικούς Κοσμήτορες” είχαν την ευθύνη για την κατασκευή του Αγίου Μύρου.

Νοτάριος: Ο νοτάριος ήταν ο ταχυγράφος (δηλ. στενογράφος) επί Βυζαντίου. Επί Φραγκοκρατίας και αργότερα επί Τουρκοκρατίας, ο νοτάριος ήταν ο αντίστοιχος συμβολαιογράφος της σημερινής εποχής.

Οστιάριος: Ο Οστιάριος προέρχεται από τη λέξη “ostium” (θύρες) και περιγράφει τα καθήκοντα του θυρωρού, ο οποίος συνόδευε και παρουσίαζε ξένους αντιπροσώπους, αξιωματούχους και πρεσβευτές ενώπιον του Αυτοκράτορα. Εκκλησιαστικά, ο Οστιάριος φρόντιζε για την τάξη εντός του ιερού ναού και ήλεγχε το άνοιγμα και το κλείσιμο των θυρών του, κυρίως κατά την καθιερωμένη τάξη μεταξύ της Λειτουργίας των Κατηχουμένων και αυτής των Πιστών. Επίσης, απέτρεπε την είσοδο σε μη βαπτισμένα ατόμα και στις επίσημες τελετές και εκδηλώσεις προπορευόταν του Αρχιερέα κρατώντας τη ράβδο του. Για να γίνει κάποιος Οστιάριος ετελείτο ειδική Ιερά Ακολουθία, που βρίσκεται στο Μέγα Ευχολόγιο ως “Τάξις δια τον εισερχόμενον εις διακονίαν εκκλησιαστικήν”. Συχνά απαντούνται ταυτόχρονα δύο Οστιάροι, οι οποίοι διακρίνονται ως Πρώτος Οστιάριος και Δεύτερος Οστιάριος.

Πριμικήριος: Ο Πριμικήριος αρχικά συνδέονταν με γραμματειακά καθήκοντα και με τους Νοτάριους. Εκκλησιαστικά, ήταν υπεύθυνος για την εκκλησιαστική τάξη μέσα στο ναό καθώς και για τα ιερά αναγνώσματα, τα οποία διαβαζόταν στις ιερές ακολουθίες. Στις τελετές και στις ακολουθίες των μεγάλων εορτών, ο Πριμικήριος υποδεχόταν τον Αρχιερέα στην είσοδο του ναού κρατώντας λαμπάδα και κατόπιν τον ακολουθούσε στο εσωτερικό του ναού. Υπέγραφε, επίσης, διάφορα δικαιοπρακτικά έγγραφα, και τις ομολογίες πίστεως.

Ρεφενδάριος: Ο Ρεφερενδάριος προέρχεται από τη λατινική λέξη refero,που σημαίνει μεταφέρω, επαναφέρω πληροφορίες και ειδήσεις. Ήταν ο έκτακτος, ο προσωπικός απεσταλμένος του Πατριάρχη σε διπλωματικές αποστολές και αποστελλόταν από τον Αρχιερέα στους άρχοντες για να τους μεταφέρει μηνύματα και ό,τι άλλο χρειαζόταν, ενώ κύριο αντικείμενό του ήταν η προώθηση όλων των αιτημάτων του Οικουμενικού Πατριάρχη στους πολιτικούς ηγέτες του κράτους.

Ιερομνήμων:Ο Ιερομνήμων αρχικά κατείχε τα πρωτεία της τρίτης πεντάδας οφφικίων, αλλά στη συνέχεια υποχώρησε στη δεύτερη θέση. Ο Ιερομνήμων βοηθούσε στις Κυριακάτικες Θείες Λειτουργίες και κρατούσε το βιβλίο από όπου ο αρχιερέας διάβαζε τις ευχές. Κατά την Αγία και Μεγάλη Δευτέρα ανέγνωσκε το Ιερό Ευαγγέλιο, ενώ την Αγία και Μεγάλη Πέμπτη βοηθούσε τον Πατριάρχη να εκπλύνει την Αγία Τράπεζα. Επίσης, βοηθούσε τον αρχιερέα στις αρχιερατικές χειροτονίες, κυρίως κρατώντας το κοντάκιο της χειροτονίας του αρχιερέα και ακολουθώντας τον προοριζόμενο να χειροτονηθεί αρχιερέα. Εάν ο οφφικιάλιος ήταν πρεσβύτερος, μπορούσε να εγκαινιάζει ναούς και να σφραγίζει αναγνώστες, μόνο όταν η επισκοπή, στην οποία υπαγόταν, χήρευε. Τέλος, κρατούσε φυλαγμένο τον Κώδικα της Εκκλησίας ως Αρχειοφύξ (ταβουλάριος) και συνέτασσε έγγραφα σχετικά με δικαιοπραξίες.