Ο Εθνικός Στόχος στον Ελληνοτουρκικό Διάλογο : τώρα είναι η ώρα !

43

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα*

Πριν δυο μέρες ο Έλληνας Πρωθυπουργός δήλωσε ότι η ελληνική απάντηση σε όλες τις προκλήσεις δεν είναι άλλη από την υπεράσπιση των εθνικών μας δικαίων, τονίζοντας ότι ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Mike Pompeo στέκεται δίπλα μας και ότι το διεθνές δίκαιο πρέπει να μένει σταθερή πυξίδα για όλους μας. Συμπλήρωσε δε ότι η ένταση μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ δεν συμφέρει κανέναν και γι’ αυτό βρισκόμαστε σε ετοιμότητα προκειμένου να ξεκινήσουμε τις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία.

Επιπλέον, στην κοινή δήλωση τους, οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και ΗΠΑ επαναβεβαίωσαν την πεποίθηση τους ότι τα ζητήματα θαλασσίων ζωνών πρέπει να επιλύονται ειρηνικά και με βάση το διεθνές δίκαιο, ενώ ο κ. Pompeo προσδοκά μια δημιουργική συζήτηση για την πολιτική, οικονομική και περιφερειακή συνεργασία.

Στις 28-9-2020, ο Erdogan μίλησε σε Συμπόσιο για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη και ξεκάθαρα υπογράμμισε ότι η Τουρκία επιθυμεί τον διάλογο με την Ελλάδα και θα κάνει διαπραγματεύσεις μ’ αυτήν χωρίς προϋποθέσεις. Και τούτο επειδή θέλει, αποφεύγοντας τις ‘‘μονομερείς προσεγγίσεις’’,  να επαναπρυτανεύσει η ειρήνη, η ισότητα και η σταθερότητα στην περιοχή. Ο Τούρκος ηγέτης τόνισε πως η Μεσόγειος φαίνεται ότι μας χωρίζει αλλά στην πραγματικότητα είναι αυτή που μας φέρνει όλους πιο κοντά. Μάλιστα, ανέφερε ότι από αυτόν τον διάλογο δεν πρέπει να αποκλειστεί κανείς, καθώς όποια προσέγγιση ή ‘‘εξίσωση’’ προσπαθεί να απομονώσει την Τουρκία και την ‘‘Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου’’ δεν πρόκειται να αποτελέσει ποτέ τη λύση για τη Μεσόγειο.

Αποκαλύπτοντας, παράλληλα, ότι, σύμφωνα με μελέτες, τα αποθέματα υδρογονανθράκων στην Ανατ. Μεσόγειο ανέρχονται μέχρι και τα 3,5 τρισ. κυβικά μέτρα (!), γεγονός που μπορεί να καταστήσει ενεργειακά επαρκή και ασφαλή όλη την Ευρώπη για δεκαετίες, χαρακτήρισε ως ‘‘άδικη’’ και ‘‘μαξιμαλιστική’’ τη μέχρι τούδε εκπεφρασμένη προσέγγιση της ελληνικής πλευράς. Ο Erdogan, σε μια ‘‘επίδειξη ανοιχτοφροσύνης’’, πρότεινε μάλιστα όλες οι χώρες της Μεσογείου να συμμετέχουν σε κοινό, ‘‘ενεργειακό συνεργατικό σχήμα’’ (energy cooperation forum), έτσι ώστε το ‘‘παίγνιο’’ στη Μεσόγειο να μην είναι μηδενικού αθροίσματος αλλά κατάληξη συμπεριληπτικής και αμοιβαίας επωφέλειας (winwin for all).

Διευκρίνισε, εν τέλει, ότι η πολιτική της Τουρκίας στην περιοχή βασίζεται σε δύο πυλώνες: Κατά πρώτον, στην παραδοχή ότι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην περιοχή θα πρέπει να βασίζεται στις αρχές της δικαιοσύνης και της ευθυδικίας (equity) και, κατά δεύτερον, στη στόχευση οι Τουρκοκύπριοι να έχουν δικαίωμα στους πόρους της Ανατ. Μεσογείου, δικαίωμα επί του οποίου ‘‘εγγυητής’’ και ‘‘προστάτης’’ είναι η ίδια η Τουρκία.

Με βάση όλα τα παραπάνω, λοιπόν, ο διάλογος με τους Τούρκους είναι (ξανά) ante portas. Σε αυτόν δε τον διάλογο η Ελλάδα προσέρχεται με δύο ‘‘σταθερές’’, γνωστές και δεδομένες, και πρέπει να έχει έναν συγκεκριμένο εθνικό στόχο, ο οποίος μπορεί να εκφραστεί, εναλλακτικά, από δύο επιλέξιμες ‘‘εθνικές γραμμές’’.

Η πρώτη ‘‘σταθερά’’ είναι η από 14-1-2015 Δήλωση της χώρας μας προς τον ΟΗΕ ως προς την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και την εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) στην μία και μοναδική από εμάς αναγνωριζόμενη ως νομική διαφορά μας με την Τουρκία, που είναι η οριοθέτηση της μεταξύ μας υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η δεύτερη ‘‘σταθερά’’ είναι το άρθρο 156 του Ν. 4001/2011, κοινοποιηθέν ήδη στον ΟΗΕ, με βάση το οποίο η Ελλάδα, ενσωματώνοντας επί της ουσίας κεντρικές προβλέψεις του διεθνούς δικαίου της θάλασσας στην εσωτερική έννομη τάξη της,  γνωστοποιεί πανταχόθι και διεθνώς ότι τα απώτατα όρια της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ της εκτείνονται (θεωρητικώς) στα 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης, από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, το δε εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ (αφ’ ης κηρυχθεί) είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης (τόσο των ηπειρωτικών όσο και των νησιωτικών), από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης (δηλ. των χωρικών υδάτων). Η οριοθέτηση, λοιπόν, αλληλεπικαλυπτόμενων θαλασσίων ζωνών, με βάση το διεθνές δίκαιο (αρθ. 74 και 83 UNCLOS) προϋποθέτει διάλογο και διαπραγμάτευση. Συνεπώς, conditio sine qua non, για να προσέλθουμε σ’ αυτόν τον διάλογο, είναι ο από εμάς προσδιορισμός του εθνικού στόχου. Σε αυτήν την πανεθνική προσπάθεια, θαρρώ ότι πρωτεύων αξιολογικός πυλώνας προσδιορισμού του εθνικού στόχου από τη μια μεριά είναι ο γεωγραφικός χώρος μέσα στον οποίο,  σύμφωνα με την εσωτερική έννομη τάξη και τη διεθνή δικαιοταξία,  είτε νοείται και εκδηλώνεται η εθνική κυριαρχία μας (αυτός, όσον αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη ή άλλως τα χωρικά ύδατα), είτε θεωρητικά μπορούν να ασκηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα μας (τέτοιος γεωγραφικός χώρος, όσον αφορά τη θάλασσα, είναι η συνoρεύουσα ζώνη, η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ). Από την άλλη μεριά, καθοριστική προσδιοριστική παράμετρος του εθνικού στόχου είναι ο υποθαλάσσιος ενεργειακός πλούτος και η αξιοποίηση του. Καταλύτης δε στις δύο παραπάνω προσδιοριστικές παραμέτρους του εθνικού στόχου είναι η έννοια του Χρόνου.

Πράγματι, με βάση την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal) η Ευρωπαϊκή Ένωση, που ψάχνει εναγωνίως να διαφοροποιήσει τις πηγές ενεργειακής της τροφοδότησης, στοχεύει να μειώσει κατά 55% τις εκπομπές ρύπων μέχρι το 2030 και να καταστεί ‘‘κλιματικά ουδέτερη’’ το 2050! Επομένως, ο χρονικός ορίζοντας εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου (πετρελαίου και φυσικού αερίου, ως ‘‘μεταβατικής ενεργειακής πηγής’’) της Μεσογείου, ο οποίος μπορεί να κρύβεται και σε υποθαλάσσιες περιοχές που ανήκουν, αν όχι σε ελληνική, εθνική κυριαρχία (χωρικά ύδατα), τουλάχιστον σε περιοχές που η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει κυριαρχικά δικαιώματα (υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ), είναι πιεστικός και προοδευτικά λιγοστεύων.

Κατά συνέπεια, ο εθνικός στόχος με βάση την παραπάνω δίπτυχη παραμετροποίηση, λαμβανομένου υπόψη και του καταλύτη επί της παραμετροποίησης αυτής (ήτοι του Χρόνου), μπορεί να σχηματιστεί επί δύο πιθανών βασικών εθνικών γραμμών, που η μία, αν όχι αποκλείει, τουλάχιστον δεν συμπίπτει με την άλλη.

Κατά μια, πρώτη ‘‘εθνική γραμμή’’, η Ελλάδα μπορεί να θέσει ως εθνικό στόχο την παρουσία της στον παραπάνω περιγραφέντα γεωγραφικό χώρο σε καθολικό επίπεδο μεταχειριζόμενη ως προβολέα του αιτητικού ‘‘οπλοστασίου’’ της το διεθνές δίκαιο (τόσο το δίκαιο της UNCLOS όσο και το εθιμικό διεθνές δίκαιο) και να επιδιώξει, συνεπαγωγικά, την αποκόμιση οφέλους από την εκμετάλλευση του ενεργειακού πλούτου παντού, όπου δηλαδή κατά τις de lege lata προβλέψεις του διεθνούς δικαίου εκτείνονται θαλάσσιες περιοχές, στις οποίες δικαιούται να ασκήσει είτε εθνική κυριαρχία, είτε κυριαρχικά δικαιώματα.

Μια τέτοια προσέγγιση είναι αφαιρετικά ολοκληρωτική, προσδίδει απολυτότητα στις εθνικές επιδιώξεις και οδηγεί σε στερεοτυπικά συμπαγή και πολιτικό-ιστορικά ‘‘σκληρή’’ μεν εθνική γραμμή, που συνεπάγεται, όμως, μια μάλλον αναπόφευκτη ακαμψία ως προς την εκφορά των εθνικών αιτημάτων. Αν, προφανώς, ζητούμενο για εμάς είναι η μετά από διάλογο οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών σε Αιγαίο και Ανατ. Μεσόγειο, τα περιθώρια επιτυχούς έκβασης ενός τέτοιου διαλόγου με τους Τούρκους είναι από πολύ στενά ως ανύπαρκτα. Η προσφυγή στη Χάγη ή στη διεθνή διαιτησία είναι η διέξοδος σε τούτη την περίπτωση με βάση το διεθνές δίκαιο, αλλά υπό τις αντικειμενικές συνθήκες του ‘‘Γεωπολιτισμού’’ της Μεσογείου και του τουρκικού οθωμανογενούς αναθεωρητισμού, σε συνδυασμό με την υλοποίηση μιας τέτοιας γραμμής από την Ελλάδα, όπως η παραπάνω, δεν είναι καθόλου δεδομένη. Η χρονική επιμήκυνση με τις όποιες συνέπειες της, γεωπολιτικές, οικονομικές και ιστορικές, θα καθυστερήσει την αξιοποίηση του μεσογειακού (άρα και του δικού μας, του εθνικού δηλαδή) υποθαλάσσιου πλούτου και από ένα σημείο και μετά ίσως επιφέρει την ουσιαστική απαξίωση και οικονομική υποβάθμιση του υποθαλάσσιου ενεργειακού κεφαλαίου της περιοχής.

Στο αντίβαρο, η Ελλάδα δεν θα έχει κάνει πίσω ούτε ‘‘σπιθαμή’’ απ’ αυτά που η διεθνής δικαιο-πολιτική νόρμα, καταστατικώς τουλάχιστον, ορίζει ως προς  την απόλαυση της εθνικής κυριαρχίας της και ως προς την θεωρητική έκταση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ‘‘λεγκαλισμός’’ και ο ‘‘δικαιωματισμός’’ θα συνιστούν τις κεντρικές νοητικές χροιές της εθνικής γραμμής, μέσα από τις οποίες θα ζητήσουν αναγνώριση και εφαρμογή τα εθνικά δίκαια.

Εναλλακτικώς, κατά μια δεύτερη (προτεινόμενη) ‘‘εθνική γραμμή’’, η Ελλάδα μπορεί να δώσει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στη μια από τις άνω παραμέτρους, δηλαδή στην αξιοποίηση του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου. Υπ’ αυτήν την επιλογή, πρυτανεύων οδηγός της εθνικής σκέψης (προς διαμόρφωση της εθνικής γραμμής) είναι ο ‘‘γεωπολιτικός πραγματισμός’’ αλληλενεργούμενος με τον ‘‘χρησιμοθηρικό ρεαλισμό’’. Στη διαμόρφωση του εθνικού στόχου, εν προκειμένω, έχει μεγαλύτερη, σαφώς πιο δυναμική, επιδραστική επιρροή ο άνω καταλυτικός παράγοντας,  δηλαδή ο Χρόνος. Και τούτο διότι ζητούμενο, σε αυτήν την εκδοχή εθνικής συμπεριφοράς, είναι η ταχύτερη, επιστημονικά αρτιότερη, οικονομικά επωφελέστερη και εθνικά αναζωογονητική  εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου ενεργειακού αποθέματος. Η εθνική κυριαρχία δεν τίθεται υπό συζήτηση σε καμία ‘‘διαπραγματευτική τράπεζα’’, ούτε βέβαια αμφισβητείται σε διμερή ή διεθνή fora, αλλά οι κανόνες του διεθνούς δικαίου, στο πλαίσιο της διπλωματικής διελκυστίνδας και των αμοιβαίων υποχωρήσεων προς επίτευξη συμφωνιών, σχετικοποιούνται. Οι ζώνες άσκησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων εμβαδομετρικά διαφοροποιούνται και γεωγραφικά προσαρμόζονται για να ολοκληρωθούν εκατέρωθεν λυσιτελή και πρακτικώς λειτουργικά αποτελέσματα.

Ωστόσο, αυτή η εναλλακτική ‘‘εθνική γραμμή’’ δεν είναι διόλου μια ‘‘εύκολη υπόθεση’’. Γιατί επ’ αυτής τίθεται, εδώ και τώρα, το κεντρικό ερώτημα ‘‘μέχρι πού έχει δικαιοπολιτική βάση και ουσιαστικό περιθώριο εκ των ‘‘ιστορικών της παρακαταθηκών’’ να προβεί η χώρα σε ‘‘υποχωρήσεις’’ και ‘‘συμβιβασμούς’’; Η εθνική αυτή γραμμή απαιτεί από την πλευρά μας την επίκληση εμπεριστατωμένων χαρτών, θέλει εσωτερικό στρατηγικό ειρμό και στηρίζεται στην ειδικότερη και τεχνοκρατική εξειδίκευση μέχρι ποιο σημείο (γεωγραφικό-θαλάσσιο όριο) η Ελλάδα θα δεχθεί μια mutatis mutandis άμβλυνση της θαλασσόσφαιρας των κυριαρχικών της δικαιωμάτων σε σχέση πάντα με τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, την ουσιαστική βασιμότητα και τη χαρτογραφική αποτύπωση τους (;). Ή, για να το πούμε με πιο απλά λόγια, προέχει, στην περίπτωση τούτη, να απαντηθεί το ζωτικό δίλημμα μέχρι ποιο σημείο θα μπορούσε η Ελλάδα να ανεχθεί και ιστορικά δικαιολογήσει μια τροποποιημένη, σε σχέση με τη χωροταξία που προβλέπει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS), υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και μια εύλογα ελλειπτική επήρεια των νησιών της και γενικά των επιθαλάσσιων γαιών της, που δικαιούνται επήρειας σύμφωνα με την UNCLOS (;).

Η προσέγγιση, εν προκειμένω, (δεν είναι αφαιρετικά ολοκληρωτική αλλά) είναι σχετικοποιημένα και επιλεκτικά δομημένη και πάντως παράγουσα μια εθνική γραμμή  πιο ευέλικτη και πιο δημιουργική (constructive) όσον αφορά τις διεθνείς συνεννοήσεις, στις οποίες καλείται να συμμετέχει η Ελλάδα, αν θέλει βεβαίως να υπάρχει σε αυτές προοπτική αίσιου τέλους. Οι νοητικές χροιές της εθνικής σκέψης, υπ’ αυτήν την γραμμή, είναι ο συμβιβασμός και η παραγωγή τελικού αποτελέσματος σε ένα πολυσύνθετο γεωπολιτικό οικοσύστημα, στο οποίο ο Χρόνος τρέχει αδυσώπητα και προς το παρόν φθοροποιητικά και αποσταθεροποιητικά. Άρα, εδώ μιλάμε για μια πιο ‘‘συμπεριληπτική’’ (inclusive) προσέγγιση, που αναγνωρίζει τον πολυπαραγοντισμό της περιοχής και την ποικιλωνυμία των συμφερόντων και των γεωστρατηγημάτων.

Έτσι, η διαμόρφωση του εθνικού στόχου με τον δεύτερο τρόπο είναι σαφώς πιο δύσκολη, διπλωματικά πιο απαιτητική και επικοινωνιακά ασυγκρίτως πιο ζέουσα. Ειδικά, αν επιλεγεί αυτή η δεύτερη (εναλλακτική) γραμμή ως προς τον προσδιορισμό του εθνικού στόχου, αυτή πρέπει απαραιτήτως να συμφωνηθεί από όλους και να εξηγηθεί επαρκώς και ευσύλληπτα στην ελληνική κοινωνία. Ο εκούσιος, ελληνογενής αυτοπεριορισμός, αν θεωρηθεί εθνικά επιβεβλημένος και συμφέρων, συναρτάται, κατά αυτόν τον τρόπο, απόλυτα με την κρίσιμη απάντηση στο ερώτημα μέχρι ποιο σημείο μπορεί να θεωρηθεί διπλωματικός ελιγμός και διαπραγματευτική εκλογίκευση της εν γένει κατάστασης και από ποιο σημείο και μετά ‘‘ενδοτισμός’’ και ‘‘εθνικά αναξιοπρεπής υποχωρητικότητα’’ (;).

Ανεξαρτήτως, πάντως, επί ποιας γραμμής θα αποκρυσταλλωθεί ο εθνικός στόχος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αυτός πρέπει να είναι αλληλένδετα συνυφασμένος με τις εθνικές επιδιώξεις στο Κυπριακό. Εθνική συνεννόηση χωρίς κοινή γραμμή με τους Κύπριους δεν νοείται. Άλλωστε, μη συνεπικουρώντας στην υποστήριξη των δικαίων της Κυπριακής Δημοκρατίας, η περιοριζόμενη έτσι στο Αιγαίο ελλαδίτικη ‘‘επιχειρηματολογική φαρέτρα’’ απενεργοποιείται ουσιαστικά στην Ανατ. Μεσόγειο, γεγονός που οδηγεί σε de facto συρρίκνωση του Ελληνισμού.

Παρόλα τα ανωτέρω, ωστόσο, στην Ελλάδα και από τον πολιτικό κόσμο ιδιαιτέρως, μέχρι σήμερα ακούγονται γενικόλογες και επιτηδευμένα αοριστολογικές  ρητορείες περί διαλόγου με τους Τούρκους, αντί της σύγκρουσης, και περί υπεράσπισης, σε κάθε περίπτωση πάντως, των πατριωτικών προταγμάτων και των εθνικών μας δικαίων. Ποιος είναι, όμως, ο εθνικός μας στόχος στον ελληνοτουρκικό διάλογο που, κατά φαινόμενα και κατά τις εκατέρωθεν δηλώσεις, ‘‘έρχεται’’; Στο ουσιωδέστατο αυτό, εθνικά υπαρκτικό, ερώτημα δεν έχει απαντήσει (με την απαιτούμενη σαφήνεια) μέχρι σήμερα κανείς!

Τώρα είναι η ώρα, λοιπόν. Χωρίς ψευδαισθησιογόνους ‘‘εθνολαϊκισμούς’’ και αλυσιτελείς ‘‘μεγαλοϊδεατισμούς’’, χωρίς υπεραπλουστεύσεις και ψευδεπίγραφα στερεότυπα, έχοντας υπόψη την ιστορικότητα των στιγμών και τη ρήση ότι τελικά ‘‘Εθνικό είναι το Αληθές’’, ήρθε η ώρα που πρέπει να διαμορφώσουμε τον εθνικό μας στόχο στον επερχόμενο διάλογο με τους γείτονες.  Σ’ αυτή δε τη διαμόρφωση του εθνικού στόχου δικαιούμαστε και υποχρεούμαστε συνάμα να συμμετάσχουμε όλοι, διπλωμάτες, κόμματα, κοινωνία και ελληνική διασπορά. Αυτός, πάντως, που θα διαλεχθεί με τους Τούρκους χωρίς να έχει κάποιο εθνικό στόχο (εκφραζόμενο ίσως είτε από τη μία, είτε από την άλλη ‘‘εθνική γραμμή’’) και, κυρίως, χωρίς να τον έχει επικοινωνήσει στον ελληνικό λαό, θα συγκρουστεί με την ίδια την Ιστορία (και ίσως ‘‘συντριβεί’’ απ’ αυτήν). Στα ελληνοτουρκικά, εξάλλου, δεν νοούνται εκ παραδρομής ‘‘ιστορικές συμφωνίες’’, που μετά από λίγο μεταβάλλονται απλά σε συμφωνίες. Στα ελληνοτουρκικά θα παιχθεί το μέλλον μας, το μέλλον της περιοχής και θα επηρεαστεί και το μέλλον της Ευρώπης!

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW, Cer. LSE in Business, International Relations and the political science