Standard & Poor’s: Αναβάθμιση της Ελλάδας σε “ΒΒ-” από “B+”

89

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23:40

Το αξιόχρεο της Ελλάδας αναβάθμισε, σε “BB-“, από “Β+” προηγουμένως, η Standard & Poor’s και έτσι γίνεται ο πρώτος οίκος αξιολόγησης που προχωρά μετεκλογικά σε αναβάθμιση της χώρας.

Παράλληλα, η S&P επιβεβαίωσε τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση “B” της Ελλάδας.

Το outlook της αξιολόγησης είναι θετικό που σημαίνει ότι ο οίκος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας αναβάθμισης στο διάστημα των επόμενων 12 μηνών εάν η κυβέρνηση συνεχίσει να εφαρμόζει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.  “Θα εξετάζαμε μια αναβάθμιση στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στις εναπομείνασες διαρθρωτικές προκλήσεις της οικονομίας. Ένας άλλος πιθανός καταλύτης για αναβάθμιση θα ήταν η σημαντική μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs) στο επιβαρυμένο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, που θα ωφελούσε, κατά την άποψή μας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής”, αναφέρεται στην έκθεση.

Το σκεπτικό της αναβάθμισης

Η αναβάθμιση έρχεται μετά από διάφορες εξελίξεις που, σύμφωνα με την S&P μειώνουν τους δημοσιονομικούς κινδύνους για την ελληνική κυβέρνηση. Ο οίκος αναφέρει ειδικότερα, την απόφαση του ΣτΕ τον Μάιο ότι η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι αντισυνταγματική. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 2019, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη μεταρρύθμιση του 2016 που οδήγησε στη μείωση ορισμένων συντάξεων. Παρά το γεγονός ότι όλες οι συντάξεις θα πρέπει να επανυπολογιστούν στη βάση του ύψους των συντάξεων στις 31 Δεκεμβρίου του 2014, η απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ που σημαίνει ότι η όποια επιστροφή αφορά την περίοδο μετά την απόφαση. 

Ενώ, ως αποτέλεσμα πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων, η συνολική κρατική δαπάνη για το συνταξιοδοτικό σύστημα θα αυξηθεί, ο οίκος αντιλαμβάνεται ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει νέο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό, μέσω του οποίου θα καλύψει πλήρως τις σχετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις. Ο προτεινόμενος νόμος θα περιορίσει επίσης τις αυξήσεις στις συντάξεις οι οποίες προκύπτουν από τις αποφάσεις σε ένα σχετικά μικρό ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Μια άλλη βασική εξέλιξη σχετική με την πιστωτική αναβάθμιση της χώρας, σημειώνει η Standard & Poors, ήταν η άρση, τον Σεπτέμβριο του 2019, των τελευταίων υπολειμμάτων των κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls). Οι τελευταίοι εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης του 2015 προκειμένου να στηριχθεί η σταθερότητα του τραπεζικού τομέα μετά από μια ταχεία συρρίκνωση των τραπεζικών καταθέσεων, ενώ αργότερα χαλάρωσαν σταδιακά. Από τότε δεν παρατηρείται καμία ασυνήθιστη εκροή καταθέσεων, αν και οι καταθέσεις του τραπεζικού τομέα εξακολουθούν να κινούνται σε επίπεδα χαμηλότερα κατά 13% σε σχέση με το επίπεδο πριν την κρίση του 2015, δηλαδή στα τέλη του 2014.  Η S&P εκτιμά ότι η κατάργηση των κεφαλαιακών περιορισμών θα βελτιώσει το αίσθημα εμπιστοσύνης στην οικονομία, μειώνοντας ταυτόχρονα το σχετικό οικονομικό κόστος, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για το επιχειρηματικό περιβάλλον του ιδιωτικού τομέα.

Η αξιολόγηση της Ελλάδας, σημειώνει ο οίκος, αντανακλά τις βελτιωμένες οικονομικές προοπτικές της, οι οποίες συνοδεύονται από ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους της. Τα συγκεκριμένα στοιχεία ωστόσο, βαρύνονται από το υψηλό εξωτερικό και δημόσιο χρέος της χώρας, ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο εξακολουθεί να πιέζεται λόγω των μεγάλων Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs) και έναν αμφισβητούμενης λειτουργικότητας μηχανισμό μετάδοσης νομισματικής πολιτικής. Όσον αφορά τη λήξη και το μέσο κόστος τόκων, η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο προνομιακά προφίλ χρέους στον κόσμο. Το εμπορικό τμήμα του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της Ελλάδας αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 20% του συνολικού χρέους ή λιγότερο από το 40% του ΑΕΠ.

Η τελική εκταμίευση από το πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) παρείχε ένα αρκετά μεγάλο cash buffer (σ.σ. “μαξιλάρι”), το οποίo η S&P εκτιμά ότι θα εκπληρώσει τις απαιτήσεις της κεντρικής κυβέρνησης για την εξυπηρέτηση του χρέους μέχρι το 2023. Οι προβολές του οίκου δείχνουν ότι οι λόγοι του ακαθάριστου και του καθαρού χρέους προς το ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης θα αρχίσουν να μειώνονται ήδη από το 2019, με την βοήθεια της ανάκαμψης στην ανάπτυξη του ονομαστικού ΑΕΠ και τα μεγάλα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

“Βλέπει” ανάπτυξη 2% φέτος

Μετά από ρυθμό αύξησης 1,9% του πραγματικού ΑΕΠ το 2018, ο οίκος αξιολόγησης αναμένει ότι η ελληνική οικονομία θα “τρέξει” με ρυθμό περίπου 2% το 2019, προτού σταδιακά επιταχύνει την περίοδο 2020-2022. Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης παραμένει σταθερός, με την S&P να τον τοποθετεί στο περίπου 2% ετησίως έως το 2022, σημειώνοντας, ωστόσο, πως η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού θα μπορούσε να επιφέρει επιβράδυνση στις προσλήψεις. Η οικονομία θα επωφελούνταν από τον πολλαπλασιασμό των μόνιμων θέσεων απασχόλησης, ωστόσο, το 2018 και μέχρι στιγμής το 2019, λίγο πάνω από το 50% των νέων υπαλλήλων ήταν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Αναμενόταν η αναβάθμιση

Η αγορά ανέμενε ευρέως μία αναβάθμιση από την S&P καθώς, όπως είχε σημειώσει και η Citigroup, εάν μόλις 24ωρο πριν, οι προοπτικές υψηλότερης πλέον ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα πυροδοτήσουν περαιτέρω αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. 

Υπενθυμίζεται πως η τελευταία φορά που ο οίκος έδωσε την “ετυμηγορία” του για την Ελλάδα ήταν στις 20 Ιουλίου του 2018, ενώ έχει θέσει τις προοπτικές της αξιολόγησης της χώρας σε θετικές, κάτι που σημαίνει πιθανότητα αναβάθμισης μέσα στους επόμενους 6 με 24 μήνες. Οι προσδοκίες της αγοράς για θετική κίνηση από τον οίκο είχαν οδηγήσει σε περαιτέρω σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σε νέα ιστορικά χαμηλά, με το ελληνικό 10ετές να βλέπει σήμερα τα όρια του 1,2%.

Από το καλοκαίρι του 2018 και ειδικά μετά τις εκλογές φέτος έχουν αλλάξει πολλά για τις προοπτικές της Ελλάδας. Η έγκριση του σχεδίου “Ηρακλής” από την Κομισιόν, η πλήρης άρση των capital controls, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, η συμφωνία με τους θεσμούς ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι του 2019 θα επιτευχθούν, ενώ θα “πιαστεί” και ο στόχος του 3,5% για το πλεόνασμα το 2020, είναι οι καταλύτες που, σύμφωνα με την αγορά, θα έπειθαν την S&P να ευθυγραμμιστεί με τις Fitch και DBRS και να αναβαθμίσει την Ελλάδα στο “ΒΒ-“, τρία σκαλοπάτια κάτω από την “επενδυτική βαθμίδα”.

Πηγή: capital.gr