Του Χρήστου Γκουγκουρέλα,**
Δεν έχει κοπάσει ακόμη η ‘‘αντάρα’’ που προκάλεσε τόσο στον διεθνή περίγυρο, όσο και στην εσωτερική πολιτική ζωή της χώρας η κύρωση του ‘‘τουρκολιβυκού μνημονίου’’ και ο Πρωθυπουργός έσπευσε να πανηγυρίσει για μια ‘‘εξέλιξη ιστορικής σημασίας’’, τη συμφωνία μεταξύ της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά και της Αιγύπτου, ‘‘η οποία δίνει ασφαλή νομική βάση στη διαχρονία ενός ζωντανού ορθόδοξου προσκυνήματος με ιστορία δεκαπέντε αιώνων’’. Και τούτο καθότι ‘‘κατοχυρώνονται (με τη συμφωνία), στο διηνεκές, ο θρησκευτικός χαρακτήρας και ο μοναστικός τρόπος ζωής της Μονής’’.
Πριν δούμε όμως την απόλυτη ουσία τούτης της ‘‘ιστορικής εξέλιξης’’, πρέπει να ομονοήσουμε άπαντες (θαρρώ) σε μια κοινή παραδοχή: Το ζήτημα της ουσίας της εν λόγω συμφωνίας είναι ξεκάθαρα μέγιστης εθνικής σημασίας ζήτημα, όχι ένα απλό ‘‘θέμα της εξωτερικής πολιτικής’’, διότι αφορά μια Μονή που επί 1500 χρόνια είναι ‘‘φάρος’’ του Ελληνορθόδοξου Κόσμου και ‘‘ταυτοποιητικό’’ του σημείο αναφοράς. Συνεπώς, αν όντως η παρούσα ‘‘ιστορική εξέλιξη’’ έχει θετικό πρόσημο για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, πέρα από ‘‘μικροκομματικούς συμπλεγματισμούς’’ και κοντόθωρες προσεγγίσεις, πρέπει να αναγνωρίσουμε το δίκαιο των ‘‘πρωθυπουργικών πανηγυρισμών’’.
Πώς όμως ‘‘εισχωρεί’’ κάποιος στην ‘‘απόλυτη ουσία τούτης της ιστορικής εξέλιξης’’; Πρώτα, έχοντας κατά νου, ένα σύντομο πραγματολογικό υπόβαθρο, το ‘‘ιστορικό της υπόθεσης’’, και εν συνεχεία κρίνοντας, με συγκεκριμένες υποστηρικτικές βάσεις, το που καταλήγει το ‘‘ιστορικό της υπόθεσης’’ δια της προσφάτως συναφθείσας συμφωνίας.
Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, λοιπόν, κατά πρώτον, καθώς κείται ασφαλώς σε έδαφος του αιγυπτιακού κράτους, είναι επί 15 αιώνες μια νομικώς αυτοτελής οντότητα, δηλαδή ένα θρησκευτικό ίδρυμα που ανήκει στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, η οποία ‘‘οντότητα’’, ένεκα της αναγνωρισμένης αυτοτέλειάς της από την Αίγυπτο και από τη διεθνή κοινότητα, απολάμβανε δικαιώματα ιδιοκτησίας (εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας) τόσο στον χώρο του Μοναστηριού ασφαλώς, όσο και σε κτήματα και εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε θέσεις οι οποίες περιβάλλουν τη Μονή*.
Και αυτή ήταν μια απαράλλακτη πραγματικότητα επί αιώνες, αρχόμενη από τον 6ο αιώνα μετά Χριστόν, όταν η Μονή ιδρύθηκε από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ και τη σύζυγό του, Θεοδώρα. Μια απαράλλακτη πραγματικότητα που όχι μόνο αναγνώρισε και ποτέ δεν αμφισβήτησε αλλά σεβάστηκε ανεπιφύλακτα το σύγχρονο αιγυπτιακό κράτος, του οποίου η καθιέρωση χρονολογείται από το 1922, όταν και η Αίγυπτος κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, ως μοναρχία. H Αίγυπτος, επομένως, όχι μόνο ποτέ εις το διάβα των αιώνων δεν αμφισβήτησε και δεν αμφισβητεί τον ‘‘θρησκευτικό χαρακτήρα’’ της Μονής αλλά εις το διηνεκές της αναγνώριζε και σεβόταν και την ‘‘εμπράγματη ιδιοκτησία’’ της.
Κατά δεύτερον, ‘‘υποστηρικτικές βάσεις’’ της κρίσης μας επί της ‘‘ιστορικής εξέλιξης’’ που ανέφερε ο Πρωθυπουργός, είναι τα ‘‘γεγονότα’’ του πρόσφατου παρελθόντος: Η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας, του κατά τόπο αρμόδιου αιγυπτιακού διοικητικού δικαστηρίου, που αφορούσε τη Μονή και κυρίως το διατακτικό της απόφασης, η προσφυγή της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Αιγύπτου (Court of Cassation, Cour de Cassation) προς ακύρωση της απόφασης του δικαστηρίου της Ισμαηλίας και τελικώς η ‘‘περιβόητη’’ συμφωνία, για την οποία ‘‘επαίρεται’’ ο Πρωθυπουργός, που πρακτικά ‘‘καταργεί’’ την αντιδικία και καθιστά ‘‘αχρείαστη’’ τη δικαιοδοτική κρίση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου της Αιγύπτου.
Η απόφαση, λοιπόν, του Εφετείου της Ισμαηλίας δεν έχει μεταφραστεί σε ξένη γλώσσα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αιγύπτου, ωστόσο τα βασικά σημεία της, μέσω αναλυτικών περιλήψεων του ουσιαστικού περιεχομένου και κυρίως του διατακτικού της, έχουν γίνει γνωστά από αγγλόφωνα αιγυπτιακά κρατικά μέσα ενημέρωσης και διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία. Τι μάθαμε για αυτήν, επομένως;
Ότι το Εφετείο της Ισμαηλίας ‘‘δέχεται’’ το ‘‘δικαίωμα χρήσης’’ της Μονής καθώς και των γύρω αυτής θρησκευτικών και αρχαιολογικών χώρων από τους μοναχούς και όσους έχουν ‘‘νόμιμη διασύνδεση’’ με τη Μονή. Η κυριότητα όμως των εν λόγω ιστορικών και θρησκευτικών χώρων ανήκει αποκλειστικά στο αιγυπτιακό κράτος, ως δημόσια περιουσία.
Ότι, με βάση την απόφαση του αιγυπτιακού Εφετείου, οι υφιστάμενες τοπικές συμβάσεις, δηλαδή οι συμβάσεις που κατά το παρελθόν έχουν συναφθεί μεταξύ του τοπικού δήμου της πόλης της Αγίας Αικατερίνης και της Μονής σχετικά με συγκεκριμένα εδαφικά τεμάχια, αναγνωρίζονται ως ‘‘έγκυρες’’ και τα τεμάχια αυτά δεν θεωρείται ότι τελούν υπό ‘‘παράνομη κατάληψη’’ από τη Μονή.
Ότι, όμως, τα εναπομείναντα αμφισβητούμενα ‘‘εξωτερικά τεμάχια’’ (τεμάχια έξωθεν του περιγύρου της Μονής που αφορούν κήπους, αμπελώνες και λοιπές γειτνιάζουσες εκτάσεις) χαρακτηρίζονται νομικώς ως ‘‘φυσικά καταφύγια’’ και αποτελούν δημόσια περιουσία του αιγυπτιακού κράτους. Το δικαστήριο της Ισμαηλίας έκρινε ότι τα εν λόγω τεμάχια ούτε μπορούν να εκποιηθούν αλλά και ούτε να αποκτηθούν από τη Μονή μέσω χρησικτησίας.
Κατά αυτής της προκλητικής, ανιστόρητης και νομικά αστήρικτης απόφασης του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία αυθαίρετα και αβάσιμα στερούσε από τη Μονή το ‘‘περιουσιακό της υπόστρωμα’’, δηλαδή την ‘‘υλική βάση’’ της επιβίωσής της επί αιώνες και κυρίως τον ‘‘θρησκευτικό και πολιτισμικό πλούτο’’ αιώνων, η Μονή του Σινά προσέφυγε στο ανώτατο δικαστήριο της Αιγύπτου (για να γίνομαι αντιληπτός στο αντίστοιχο ‘‘Συμβούλιο της Επικρατείας’’ της χώρας αυτής) και ‘‘διαμαρτυρόμενη’’ προσπάθησε να αναδείξει, να διαφυλάξει και να επανακατοχυρώσει (υπέρ της) ‘‘παραδοχές’’ και ‘‘δικαιώματά’’ της, αντλούμενα από το ιστορικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό ‘‘βάθος’’ αιώνων.
Ως δικόγραφο, η εν λόγω προσφυγή δεν έχει αυτούσια διατεθεί σε ‘‘δημόσια πρόσβαση’’. Αλλά, πάλι, από πληροφορίες του αιγυπτιακού και διεθνούς τύπου, μαθαίνουμε ότι η Μονή στην εν λόγω προσφυγή της ισχυρίζεται:
Ότι το Εφετείο της Ισμαηλίας αγνόησε, επιδεικτικά, ιστορικά διατάγματα αιώνων που είναι δεσμευτικά για σύμπασα την αιγυπτιακή δικαιοσύνη και όλους, όσοι αποδίδουν δίκαιο σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο. Τα ιστορικά αυτά διατάγματα, εκ των οποίων κυριότερο όλων βεβαίως είναι το ‘‘Αχτναμέ’’, δηλαδή η διαθήκη του Προφήτη Μωάμεθ, εγγυώνται την πλήρη αυτονομία της Μονής, τα περιουσιακά της δικαιώματα, καθώς και την προστασία της βάσει του ισλαμικού και αιγυπτιακού δικαίου.
Ότι η αντιμετώπιση των εξωτερικών κήπων, των αμπελώνων και των εγκαταστάσεων της Μονής από το Εφετείο της Ισμαηλίας είτε ως ‘‘κοινής κρατικής περιουσίας’’ είτε ως ‘‘παράνομων καταπατήσεων’’ εκ μέρους της Μονής του Σινά, παραβιάζει τις διατάξεις του αιγυπτιακού Συντάγματος που επιβάλλουν την προστασία και τη διατήρηση των καταγεγραμμένων αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Πράγματι, στον επίσημο φάκελο υποψηφιότητας της περιοχής της Αγίας Αικατερίνης, τον οποίο υπέβαλε η Αίγυπτος στην UNESCO το 2002, αναφέρεται ρητά ότι η Μονή, τα παρεκκλήσια, οι κήποι και οι λοιπές εγκαταστάσεις της ανήκουν στην Ελληνορθόδοξη Μονή Αγίας Αικατερίνης και στην Αρχιεπισκοπή Σινά. Παράλληλα, η Μονή χαρακτηρίζεται «αιγυπτιακό νομικώς αυτοτελές θρησκευτικό ίδρυμα της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας», αναγνωρισμένο με ειδικό αιγυπτιακό προεδρικό διάταγμα (UNESCO, Nomination File 954, σελ. 38–39). Ακόμη δε σαφέστερη είναι η ρητή αναγνώριση της ιδιοκτησίας της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στην αναδρομική Δήλωση Εξαιρετικής Οικουμενικής Αξίας (Statement of Outstanding Universal Value – SOUV), η οποία υποβλήθηκε από την αιγυπτιακή πλευρά και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 2023: «Η Μονή αποτελεί ιδιοκτησία της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας και ανήκει στην Αρχιεπισκοπή Σινά» (WHC/23/45.COM/8E σελ. 12, απόφαση 45 COM 8E)*.
Ότι, εν τέλει, η απόφαση του δικαστηρίου της Ισμαηλίας έσφαλε στην ερμηνεία του τρόπου κτήσης των εμπράγματων δικαιωμάτων της Μονής. Έσφαλε δηλαδή στο ότι δέχθηκε ότι τα όποια δικαιώματα κυριότητας της Μονής στηρίζονταν σε χρησικτησία της έναντι του αιγυπτιακού κράτους. Αντιθέτως, όμως, η νόμιμη, ιστορική κυριότητα και κατοχή της σε όλα όσα η Μονή ισχυριζόταν ότι είναι δικά της (ιδιοκτησιακώς) εκτεινόταν σε βάθος 1500 χρόνων, ήτοι είχε κατοχυρωθεί η κυριότητά της πολύ πριν τη θέσπιση της νομοθεσίας του σύγχρονου αιγυπτιακού κράτους περί δημόσιας περιουσίας.
Αν αληθεύουν, λοιπόν, όλα τα παραπάνω (για το περιεχόμενο της απόφασης του Εφετείου της Ισμαηλίας και της προσφυγής της Μονής του Σινά κατά αυτής της απόφασης), ακόμη και ένας ‘‘μη σχετικός’’, ένας που δεν έχει ιδέα από ‘‘νομικά’’, καταλαβαίνει, ή έστω διαισθάνεται, σε πόσο τρομακτικά ‘‘δύσκολη θέση’’ θα βρισκόταν το ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Αιγύπτου, αν ‘‘εκαλείτο’’ να δικάσει την προσφυγή και ειδικά αν είχε την ‘‘πρόθεση’’ να μη ‘‘δυσαρεστήσει’’ την Αιγυπτιακή Δημοκρατία, ως διάδικο.
Ήρθε, όμως, πριν τη δικάσιμο στο ανώτατο δικαστήριο, η ‘‘θρυλική’’ συμφωνία μεταξύ της Μονής του Σινά και της Αιγύπτου για να ‘‘απαλλάξει’’ την αιγυπτιακή Δικαιοσύνη από την έκδοση αμετάκλητης δικαιοδοτικής κρίσης. Και δη η συμφωνία τούτη με τη ‘‘στήριξη’’ της ελληνικής Κυβέρνησης αλλά και τις ‘‘ευλογίες’’ των Πατριαρχείων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Για τη συμφωνία μπορεί να ‘‘πανηγυρίζουμε’’ αλλά, προς το παρόν, κανείς δεν μας την έδειξε, κανείς δεν μας τη φανέρωσε. Πάλι, επομένως, από ‘‘πηγές’’ της αιγυπτιακής και διεθνούς δημοσιογραφίας (αλλά και της ελληνικής δημοσιογραφίας, ίδετε Καθημερινή, 25/10/2026 ‘‘Τα έξι σημεία της συμφωνίας για το Σινά’’, https://www.kathimerini.gr/politics/564544996/ta-exi-simeia-tis-symfonias-gia-to-sina/) μαθαίνουμε ότι με βάση το κύριο περιεχόμενο της συμφωνίας:
Η Μονή θα λειτουργεί επισήμως ως ‘‘αιγυπτιακή νομική οντότητα’’ και υπόκειται άμεσα ως προς όλα που την αφορούν στην αιγυπτιακή νομοθεσία. Σε εναρμόνιση δε με την απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας του Μαΐου 2025, η έκταση στην οποία βρίσκεται η Μονή καθώς και οι γύρω περιοχές αναγνωρίζονται ως κρατική ιδιοκτησία, ήτοι ως αιγυπτιακή δημόσια περιουσία.
Έτσι, αντί για την πλήρη κυριότητα των ακινήτων, στη Μονή παραχωρείται το δικαίωμα ‘‘μακροχρόνιας χρήσης’’ και της επιτρέπεται να ‘‘μισθώνει’’ (leasing) από το αιγυπτιακό κράτος τα γύρω ‘‘εξωτερικά’’ τεμάχια (κήπους, αμπελώνες και λοιπές γειτνιάζουσες εκτάσεις). Η συμφωνία αναγνωρίζει το δικαίωμα των μοναχών να διαβιούν στη Μονή και να ασκούν εκεί τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, διατηρώντας τον ιστορικό χριστιανικό μοναστικό χαρακτήρα του χώρου. Οι δε μοναχοί δεν θα χρειάζονται κάποια τουριστική θεώρηση (visa) αλλά θα εφοδιάζονται με νόμιμες άδειες διαμονής στην Αίγυπτο.
Ποιο είναι, επομένως, το ‘‘δια ταύτα’’, μετά όλα τα παραπάνω; Είναι, άραγε, η συμφωνία, την οποία με μεγαλοστομία χαρακτηρίζει ως ‘‘ιστορική εξέλιξη’’ ο Πρωθυπουργός, μια ‘‘ιστορική εθνική επιτυχία’’ ή μήπως είναι ένα ‘‘ιστορικό εθνικό Βατερλώ’’; Για εμένα τουλάχιστον, υπάρχουν εν προκειμένω δύο ‘‘ερμηνευτικοί δρόμοι’’:
Κατά πρώτον, ο ‘‘πανηγυρίζων’’ Πρωθυπουργός, αφού ομιλεί για ιστορική εξέλιξη και άρα για υψηλού συμβολισμού και εθνικής αξίας συμφωνία, πρέπει να μας τη ‘‘δείξει’’. Πρέπει να δούμε το περιεχόμενό της, με άλλα λόγια, για να ‘‘κλείσουν και στόματα’’ βεβαίως. Και αν απ’ αυτό το περιεχόμενο όντως τεκμηριωμένα και πια αναμφισβήτητα προκύπτει η προστασία, η διαφύλαξη και η συνέχιση των, επί αιώνες, ‘‘κεκτημένων’’ της Μονής, τότε δεν χωρούν ‘‘λιγοψυχίες’’ και ‘‘κομματικά πάθη’’. Είμαστε Έλληνες και είμαστε με την Ελλάδα και τα εθνικά της συμφέροντα. Γι’ αυτό, και στον Πρωθυπουργό τότε, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, θα ‘‘αναγνωρίσουμε’’ μια πολύ σημαντική ‘‘διεθνή επιτυχία’’.
Κατά δεύτερον, ειδάλλως, δεδομένου και του (κατά τα ανωτέρω) αναμφίβολου γεγονότος ότι η Αίγυπτος ούτε αμφισβήτησε ποτέ, ούτε αμφισβητεί σήμερα τον ‘‘θρησκευτικό χαρακτήρα’’ της Μονής και τον ‘‘χριστιανικό μοναστικό χαρακτήρα του χώρου’’, αν αληθεύουν όλα όσα μαθαίνουμε (και γράφτηκαν παραπάνω), δεν ομιλούμε για ‘‘ιστορική εξέλιξη’’ ασφαλώς αλλά για μια άνευ προηγουμένου ιστορική υποχώρηση του Ελληνορθόδοξου Κόσμου, για μια ιστορική καταβαράθρωση ενός θρησκευτικού και πολιτισμικού σημείου αναφοράς του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, για μια ‘‘ιδιοκτησιακή απώλεια’’ υλικού και πνευματικού πλούτου που επί αιώνες τεκμηρίωνε παγκοσμίως την οικουμενική διάσταση και το σπάνιο αξιακό φορτίο της χριστιανικής διδαχής και παράδοσης και της ελληνικής ιστορίας.
Κύριε Πρωθυπουργέ, υπάρχουν καταστάσεις και γεγονότα στην πολιτική που είτε ‘‘βγαίνεις μπροστά’’ και, αποδεικνύοντας τα όσα λες για μια ‘‘ιστορική επιτυχία’’, ‘‘καρπώνεσαι’’ τον δημόσιο έπαινο και την καθολική αναγνώριση, είτε ‘‘κρύβεσαι’’ και αφήνεις υπόνοιες ότι επί του ‘‘γεγονότος’’ επί του οποίου ομιλείς, απλώς κάνεις…. ‘‘spin doctoring’’ (Έτσι δεν θα το έλεγε και ο Greenberg;). Η στάση σου, συνεπώς, στο αμέσως προσεχώς χρονικό διάστημα θα μας αποκαλύψει το τι ακριβώς συμβαίνει με τη συμφωνία για τη Μονή του Σινά. Και για αυτήν τη στάση σου θα κριθείς δεόντως……
** Ο Χρήστος Γκουγκουρέλας είναι Δικηγόρος, LLM in International Commercial Law, LLM in European Law, Cer. LSE in Business, International Relations and the political science
*
https://whc.unesco.org/document/168828
World Heritage Scanned Nomination
File Name: 954.pdf UNESCO Region: ARAB STATES
SITE NAME: Saint Catherine Area
σελ. 40 Egyptian Legal Autonomous Religious Institution of the Greek Orthodox Church (Greek Orthodox is said in Arabic: Roum Ortodox), that has been recognized by a specific Egyptian Presidential Decree. The St. Catherine Protectorate was first declared by Prime Minister’s Decree no. 613/1988.
*
https://whc.unesco.org/document/199680
45 COM
WHC/23/45.COM/8E
Paris, 4 July 2023
Original: English
CONVENTION CONCERNING THE PROTECTION OF THE WORLD CULTURAL AND NATURAL HERITAGE
σελ. 13 The Monastery is the property of the Greek Orthodox Church and belongs to the Archdiocese of Sinaï.













