Του Γιάννη Τσαπουρνιώτη,
Θαυμάζω τους ανθρώπους που καθημερινά μοχθούν, κάνοντας δυο ή και τρεις δουλειές για να σταθούν όρθιοι και να θρέψουν την οικογένειά τους.
Λατρεύω αυτούς τους απλούς πολίτες που πορεύονται στη ζωή μόνοι τους, χωρίς δεκανίκια, χωρίς έτοιμες, κληρονομικές λύσεις.
Αυτούς που ξεπερνούν τις αντιξοότητες, τα τεράστια εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους και με το μεροκάματο του πόνου δεν «γλείφουν» ποτέ, δεν σέρνονται πίσω από κανένα άρμα υποτέλειας.
Υποκλίνομαι σε όσους δεν κλαίγονται. Σε όσους δεν ψάχνουν πλάγιες μεθόδους για να επιβιώσουν.
Μεγαλώνουν παιδιά με τα ιδανικά που δεν πρόδωσαν και δεν προδόθηκαν ποτέ. Προχωρούν με υπομονή, με σεβασμό στον συνάνθρωπο και φτύνουν αίμα για να μη χρωστάνε στους «εμίρηδες» που τους διοικούν.
Όχι, αυτοί οι κάτοικοι της γης δεν είναι κακομοίρηδες. Είναι πλούσιοι. Πιο πλούσιοι και από τους μεγιστάνες του συστήματος. Ο πλούτος είναι ασφαλισμένος στην καρδιά τους. Και από αυτήν την καρδιά παράγεται αστείρευτη αγάπη.
Δεν είναι αλαζόνες, δεν επαίρονται. Είναι οι άνθρωποι της ανιδιοτέλειας, της προσφοράς. Απεχθάνονται την αδικία, την ανισότητα, την περιθωριοποίηση, τον κοινωνικό αποκλεισμό που εγκαθιστά η περηφάνεια των καθώς πρέπει πάμπλουτων ηγετών.
Κακομοίρης της ζωής είναι αυτός που δεν έχει αισθήματα. Αυτός που δεν έχει ζήσει τις αληθινές χαρές και τις απλές, γνήσιες στιγμές που απογειώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Αισθάνεται πλούσιος, μα είναι πολύ φτωχός. Αυτός χρειάζεται μεγαλύτερη συμπόνοια από τον άλλο, τον υλικά φτωχό και κατατρεγμένο γιατί στερείται αρετές που δεν διδάχτηκε ποτέ.
Ο χαρακτηρισμός του καταφρονημένου και του αξιολύπητου δεν αρμόζει σε ανθρώπους που μπορεί να στενάζουν αλλά αντέχουν στα χτυπήματα. Την περηφάνια τους θα την ζήλευαν πολλοί άλλοι «κακομοίρηδες» της υψηλής κοινωνίας.
Μακάρι η αλαζονεία να γιατρευτεί σύντομα για να σωθεί έστω ένα μικρό κομμάτι της ελληνικής γης.













