Σε έναν κανονικό κόσμο, η αύξηση της ηλικίας του πληθυσμού, που θα συνδυαζόταν με την ποιοτική και ποσοτική κάλυψη του συνόλου των σύγχρονων αναγκών, με πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε δομές υγείας, την ψυχαγωγία και την ξεκούραση, θα ήταν τεκμήριο ευημερίας.
Δεν ζούμε, όμως, σε έναν κανονικό κόσμο.
Σήμερα, το ότι ζούμε περισσότερο οδηγεί σε γήρανση του παγκόσμιου πληθυσμού, καθώς συνδυάζεται με τη μείωση των γεννήσεων – η οποία, σε χώρες όπως η Ελλάδα, κινείται σε επίπεδα δημογραφικής κατάρρευσης – την προβληματική πρόσβαση σε υποδομές υγείας από το μεγαλύτερο κομμάτι που πληθυσμού άνω των 65 ετών, σε κινδύνους κατάρρευσης των ασφαλιστικών συστημάτων, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, εκτόξευση των ψυχολογικών συνεπειών του αποκλεισμού και της μοναξιάς.
Ο πλανήτης γερνάει
Όλα τα παραπάνω μεγέθη είναι μετρήσιμα. Και δείχνουν, ότι το μερίδιο του παγκόσμιου πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω προβλέπεται σχεδόν να διπλασιαστεί από 10,5% σε 19,6% μεταξύ 2025 και 2060, σύμφωνα με νέα έκθεση της Υπηρεσίας Απογραφής των ΗΠΑ.
Η έκθεση τπό τον τίτλο «Ένας Κόσμος που Γερνάει: 2025» διαπιστώνει ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνάει ταχύτερα από ποτέ. Μεταξύ 2020 και 2025, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω ξεπέρασε τον πληθυσμό ηλικίας 5 ετών και κάτω για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία.
Και ο εφιάλτης δεν τελειώνει εδώ.
Το προσδόκιμο ζωής προβλέπεται να αυξηθεί ταχύτερα από το προσδόκιμο υγιούς ζωής. Αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό των ετών πάνω από τα 65 που θα τα βιώνουμε με καλή υγεία – όπου στο «καλή» εδώ νοείται η επαρκής πρόσβαση σε ποιοτικές δομές υγείας – θα βαίνει όλο και μειούμενο.
Πιο απλά, το ότι θα ζούμε περισσότερο μακράν δεν θα σημαίνει ότι θα ζούμε και καλά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, το ποσοστό των ετών που ζουν με πλήρη υγεία μετά την ηλικία των 60 ετών μειώθηκε κατά περισσότερο από 2 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2000 και 2019.
Η εικόνα της Ελλάδας
Αυτή τη στιγμή, η Ιαπωνία είναι η γηραιότερη χώρα στον κόσμο με το 29,7% να είναι 65 ετών και άνω και η Ευρώπη είναι η γηραιότερη ήπειρος με 21%.
Θα φτάσει το 30,8% το 2060.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα είναι η τρίτη γηραιότερη χώρα στον κόσμο για το 2025, με δεύτερη τη Γερμανία.
Αρνητική είναι η εικόνα της χώρα μας και στο κομμάτι της κινητικότητας.
Σε κάθε χώρα, τα άτομα στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες αναφέρουν ότι έχουν περισσότερα προβλήματα κινητικότητας από τις νεότερες ηλικιακές ομάδες, αλλά οι διαφορές είναι πολύ μεγαλύτερες στην Ιταλία, το Ισραήλ, την Ισπανία και την Ελλάδα, αναφέρει η έκθεση.
Τα άτομα ηλικίας 60 έως 69 ετών σε αυτές τις χώρες αναφέρουν ότι έχουν λιγότερα προβλήματα κινητικότητας από τα άτομα ηλικίας 80 ετών και άνω, κατά περισσότερο από 40 ποσοστιαίες μονάδες.
Δηλαδή, ένας άνθρωπος 80 ετών στην Ελλάδα, έχει τουλάχιστον 40% περισσότερες πιθανότητες να είναι αποκλεισμένος από τον έξω κόσμο, σε σχέση με νεότερες ηλικίες.
Ο δείκτης της Καθολικής Φροντίδας Υγείας
Σε έναν κόσμο που γερνάει, λέει η έκθεση, ο σχεδιασμός και η χρηματοδότηση της Καθολικής Φροντίδας Υγείας (UHC) θα πρέπει να περιλαμβάνει παρεμβάσεις που συμβάλλουν στην υγιή γήρανση, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων σε ολοκληρωμένη υγειονομική και κοινωνική φροντίδα για τους ηλικιωμένους.
Τα άτομα που ζουν σε αγροτικές περιοχές είναι συχνά πιο πιθανό να αντιμετωπίζουν εμπόδια τόσο στην πρόσβαση όσο και στο κόστος για να λάβουν την απαραίτητη φροντίδα.
Για όσους φτάσουν σε μια μονάδα υγειονομικής περίθαλψης, οι μεγάλες ουρές ή τα αδύναμα συστήματα παραπομπής μπορεί να αποτελούν πρόσθετα εμπόδια πρόσβασης για τους ηλικιωμένους που μπορεί να δυσκολεύονται να πλοηγηθούν στο σύστημα υγείας ή να παρακολουθήσουν πολλαπλά ραντεβού λόγω κόστους και προβλημάτων μεταφοράς.
Μηχανισμοί για τη μείωση των οικονομικών εμποδίων στη φροντίδα και την προστασία των ηλικιωμένων από οικονομική καταστροφή, περιορίζοντας ή καταργώντας τις προσωπικές δαπάνες θα επιτάχυναν την πρόοδο προς την Καθολική Φροντίδα Υγείας (UHC) για τους ηλικιωμένους πληθυσμούς.
Χώρες όπως η Τσεχία και η Ταϊλάνδη παρέχουν παρόμοια επίπεδα πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες με χαμηλότερο μέσο όρο δαπανών για τους ηλικιωμένους τους, από χώρες όπως η Δανία και η Ελλάδα, συμπεραίνει η έκθεση.
Απασχόληση
Η έκθεση συγκρίνει το καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης ανδρών και γυναικών ηλικίας 65 ετών και άνω το 2023 σε 20 επιλεγμένες χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Τα ποσοστά πλήρους απασχόλησης μεταξύ των ηλικιωμένων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών, κυμαινόμενα από 30% έως 97% για τους άνδρες και από 13% έως 90,5% για τις γυναίκες.
Σε 17 από τις 20 από αυτές τις χώρες, περισσότερο από το 50% των απασχολούμενων ανδρών ηλικίας 65 ετών και άνω απασχολούνται σε πλήρη απασχόληση.
Η Ελλάδα και η Βουλγαρία έχουν τα υψηλότερα ποσοστά απασχολούμενων ατόμων, άνω των 65 ετών, που εξακολουθούν να εργάζονται σε θέσεις πλήρους απασχόλησης, σε ποσοστό άνω από 80% και 90% αντίστοιχα.
Η Ελβετία ξεχωρίζει με μόνο το 30% των απασχολούμενων ανδρών σε θέσεις πλήρους απασχόλησης σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
Μεταξύ των γυναικών, οι μισές χώρες έχουν τουλάχιστον το 50% των απασχολούμενων ηλικιωμένων με πλήρη απασχόληση.
Και εδώ, η Ελλάδα και η Βουλγαρία έχουν τα υψηλότερα ποσοστά απασχολούμενων γυναικών ηλικίας 65 ετών και άνω που απασχολούνται σε θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Οι χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ τείνουν να έχουν χαμηλότερα ποσοστά πλήρους απασχόλησης.
Υπάρχουν μερικές αξιοσημείωτες ακραίες τιμές.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι από τα υψηλότερα (οι τρεις πρώτες), ωστόσο το ποσοστό πλήρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους ηλικιωμένους παραμένει υψηλό τόσο για τους άνδρες (77%) όσο και για τις γυναίκες (66%).
Στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, σχεδόν το 90% των απασχολούμενων ηλικιωμένων εργάζονται με πλήρη απασχόληση και μόνο η Βουλγαρία μας περνάει με 97%.
Ο δείκτης εξάρτησης της τρίτης ηλικίας
Όπως καταδεικνύει και η πρόσφατη (Ιούνιος 2026) μελέτη του ΙΟΒΕ για τις κοινωνικές και οικονομικές τάσεις στις ελληνικές περιφέρειες, σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, η Ελλάδα καταγράφει διαχρονικά υψηλότερο δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας, με τη διαφορά να διευρύνεται μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2030.
«Αν και η γήρανση αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή τάση, η ελληνική περίπτωση χαρακτηρίζεται από εντονότερη αύξηση του λόγου ηλικιωμένων προς τον πληθυσμό εργασιακής ηλικίας. Στην κατάταξη των χωρών της Ευρωζώνης, η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη μεταξύ εκείνων με τον υψηλότερο δείκτη εξάρτησης και παραμένει σε αντίστοιχα υψηλές θέσεις και στις προβολές έως το 2100.
»Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι δημοσιονομικές και κοινωνικές προκλήσεις που συνδέονται με τη γήρανση θα είναι συγκριτικά πιο έντονες.».
Ειδικότερα, η μελέτη δείχνει, ότι «η διαδοχική είσοδος μικρότερων πληθυσμιακών “γενεών” στις παραγωγικές ηλικίες και ταυτόχρονα η μετακίνηση πολυπληθέστερων γενεών προς τις μεγαλύτερες ηλικίες δημιουργεί μια διαρθρωτική ανισορροπία, η οποία εντείνεται μετά τα μέσα του αιώνα.
»Συνεπώς, οι προβολές δεν υποδεικνύουν μόνο μείωση του συνολικού πληθυσμού, αλλά και σημαντική μεταβολή της ηλικιακής του σύνθεσης, με άμεσες επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, στη χρηματοδότηση των δαπανών υγείας και στη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού.
»Η κατανόηση αυτής της ηλικιακής δυναμικής είναι κρίσιμη για τον σχεδιασμό πολιτικών που θα στοχεύουν τόσο στην ενίσχυση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας όσο και στη διασφάλιση της μακροχρόνιας δημοσιονομικής ισορροπίας».
Ποιος είναι ο πυρήνας αυτής της δυναμικής;
«Η συνδυασμένη επίδραση της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της διαχρονικά χαμηλής γονιμότητας αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στον δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας, δηλαδή στον λόγο του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω προς τον πληθυσμό ηλικίας 15-64 ετών» λέει η μελέτη.
«Ο δείκτης αυτός αποτελεί κρίσιμο μέγεθος για την αποτίμηση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, των δαπανών υγείας και, ευρύτερα, της κοινωνικής προστασίας. Ήδη κατά την τελευταία δεκαετία καταγράφεται σημαντική επιδείνωση: ο δείκτης αυξήθηκε από 28,2% το 2009 σε 35,6% το 2021 (…)
»Σύμφωνα με τις προβολές, η ανοδική αυτή τάση θα συνεχιστεί με ένταση έως περίπου το 2050, όταν ο δείκτης εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 63%, για να σταθεροποιηθεί στη συνέχεια σε επίπεδα άνω του 60% έως το τέλος του αιώνα (…) Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων, αλλά κυρίως στη συρρίκνωση του πληθυσμού παραγωγικής ηλικίας.
»Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός, από 6,8 εκατομμύρια το 2010, μειώθηκε σε 6,2 εκατομμύρια το 2020 και προβλέπεται να περιοριστεί περαιτέρω σε 4,7 εκατομμύρια το 2050 και σε περίπου 4 εκατομμύρια το 2100. Συνεπώς, η επιδείνωση του δείκτη εξάρτησης αντανακλά μια διαρθρωτική αναντιστοιχία μεταξύ των γενεών, η οποία εντείνεται διαχρονικά».
Οι συνέπειες
Από τα στοιχεία της μελέτης προκύπτει, ότι «η μείωση και γήρανση του πληθυσμού αποτελούν μακροχρόνια πρόκληση, με τις επίσημες δημογραφικές προβολές να αναμένουν επιδείνωση τις επόμενες δεκαετίες στις 12 από τις 13 περιφέρειες, πλην του Νοτίου Αιγαίου.
»Ένας ολοένα μικρότερος πληθυσμός παραγωγικής ηλικίας θα καλείται να στηρίξει έναν αυξανόμενο αριθμό ηλικιωμένων, με τον δείκτη εξάρτησης να αναμένεται να ξεπεράσει το 80% το 2100 στη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία, εάν δεν παρθούν μέτρα πολιτικής με μακροχρόνια στόχευση».
Συνολικά, η μελέτη δείχνει, ότι «τα ευρήματα των πληθυσμιακών προβολών καταδεικνύουν μια διπλή δημογραφική πρόκληση για τη χώρα: αφενός τη διαχρονική συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού και αφετέρου τη σημαντική μεταβολή της ηλικιακής του διάρθρωσης, με σταθερή μείωση των νεότερων και παραγωγικών ηλικιών και ταυτόχρονη αύξηση του βάρους των μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων.
Η δυναμική αυτή οδηγεί σε επιδείνωση του δείκτη εξάρτησης της τρίτης ηλικίας και εντείνει τις πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα, στη χρηματοδότηση της υγείας και στη μελλοντική διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού».














