Της Μαρίας Βούλγαρη,
Υπάρχουν στιγμές στην τέχνη όπου η μουσική παύει να είναι απλώς ψυχαγωγία και γίνεται όχημα για να εκφραστεί η ψυχή ενός ολόκληρου λαού.
Μια τέτοια στιγμή ζήσαμε χθες το βράδυ, στον προαύλιο χώρο του Βυζαντινού Ναού της Παναγίας Κονταριώτισσας, στο πλαίσιο του 55ου Φεστιβάλ Ολύμπου.
Όταν η ποίηση συναντά τη μουσική μέσα από το έργο δύο κορυφαίων δημιουργών, του Μίκη Θεοδωράκη και του Θάνου Μικρούτσικου, το τραγούδι αποκτά μια άλλη διάσταση. Δεν είναι απλώς παρηγοριά. Είναι μνήμη, δύναμη, αντίσταση, ελπίδα. Είναι ένας τρόπος να κινηθεί η ψυχή, να αφυπνιστεί ο νους και να αναμετρηθεί ο άνθρωπος με την εποχή του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος, ανήκοντας σε διαφορετικές γενιές, συνομίλησαν με την εποχή τους και τελικά με τον ίδιο τον χρόνο. Το έργο τους διέσχισε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, δεκαετίες, την αλλαγή του αιώνα και της χιλιετίας και έφτασε μέχρι τις νεότερες γενιές, παραμένοντας ζωντανό και ουσιαστικό.
Ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος είχε αποκαλέσει τον Μίκη Θεοδωράκη δάσκαλό του. Και οι δύο, ο καθένας με τη δική του μουσική γλώσσα, σημάδεψαν αναμφισβήτητα τη μουσική ιστορία της χώρας μας για περισσότερο από μισό αιώνα – και όχι μόνο τη μουσική. Σημάδεψαν και τους ανθρώπους που μεγάλωσαν με τα τραγούδια τους.
Ο κοινός τους τόπος δεν ήταν μόνο οι νότες. Ήταν η βαθιά πίστη ότι η ποίηση ανήκει σε όλους. Ότι το τραγούδι μπορεί να γίνει πράξη ανθρωποκεντρική, κοινωνική, ακόμη και πολιτική. Ότι η τέχνη μπορεί να μιλήσει για τον άνθρωπο, τις αγωνίες του, τις διεκδικήσεις του και τα όνειρά του.
Η Ρίτα Αντωνοπούλου δεν τραγούδησε απλώς. Ενσάρκωσε.
Την ερμηνευτική ευθύνη αυτής της ξεχωριστής βραδιάς είχε η Ρίτα Αντωνοπούλου.
Και η Ρίτα δεν τραγούδησε απλώς Μίκη και Θάνο. Τους έδωσε ξανά ζωή.
Με μια φωνή που συνδυάζει το μέταλλο με την τρυφερότητα, στάθηκε με σεβασμό απέναντι στο μέγεθος των δύο δημιουργών, χωρίς ποτέ να χαθεί μέσα σε αυτό. Άφησε τον λόγο να αναπνεύσει, έδωσε χώρο στη σιωπή ανάμεσα στους στίχους και, όταν χρειάστηκε, ύψωσε τη φωνή της σαν κραυγή.
Ήταν παρούσα. Ήταν δυναμική. Ήταν συγκινητική.
Έγινε η γέφυρα ανάμεσα στον ποιητή, τον συνθέτη και το κοινό.
Και κάπως έτσι, δεν αισθανόμασταν ότι ακούγαμε απλώς τραγούδια. Ακούγαμε ιστορίες. Ιστορίες που ξαναζωντάνευαν μπροστά μας και μας ταξίδευαν πίσω στον χρόνο, θυμίζοντάς μας ότι κάποια τραγούδια δεν ανήκουν σε μια εποχή. Ανήκουν σε όλους.
Ο Νεοκλής Νεοφυτίδης και το «αίμα» της μουσικής.
Στο πιάνο, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης.
Συνθέτης, μαέστρος, ενορχηστρωτής και σπουδαίος σολίστ, ο Κύπριος δημιουργός έδωσε στη βραδιά μια ιδιαίτερη ένταση και δυναμική.
Με πάθος και σωματική ενέργεια, έμοιαζε να καταθέτει ολόκληρο τον εαυτό του πάνω στα πλήκτρα. Η μουσική του δεν συνόδευε απλώς τη φωνή. Συνομιλούσε μαζί της, την ενίσχυε, την οδηγούσε και, σε κάποιες στιγμές, την απογείωνε.
Ήταν μια ερμηνεία που ταίριαζε απόλυτα με το υλικό που υπηρετούσε: μουσική με μνήμη, με ιστορία, με αγώνα και με βαθιά ανθρώπινη ανάγκη.
Και τελικά, αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα της βραδιάς.
Ότι η μεγάλη μουσική δεν παλιώνει.
Ότι η ποίηση δεν χάνει τη δύναμή της.
Και ότι όταν δύο σπουδαίοι δημιουργοί συναντούν δύο σπουδαίους ερμηνευτές, σε έναν χώρο φορτισμένο με ιστορία και μνήμη, η τέχνη μπορεί ακόμη να μας συγκινήσει, να μας προβληματίσει και – γιατί όχι – να μας κάνει να κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα.
Το 55ο Φεστιβάλ Ολύμπου, αυτή τη φορά, ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες μας.
Μπράβο!
















