Του Ηρακλή Τσιτλακίδη,*
Υπάρχουν στιγμές που ένας τόπος καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με την τύχη του. Για την Πιερία, αυτή η στιγμή ήρθε τον περασμένο Ιούλιο, στο Μπουσάν, όταν η UNESCO αποφάσισε ομόφωνα την εγγραφή του Ολύμπου στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ήταν η κατάληξη χρόνων ελληνικής προσπάθειας και η αρχή μιας νέας εποχής. Το ερώτημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι τι κερδίσαμε, αλλά τι θα κάνουμε με αυτό.
Μιλώ και ως ξενοδόχος και ως κάτοικος αυτού του τόπου: η Πιερία έχει κάθε λόγο να αισιοδοξεί, αλλά κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Δεν υπάρχει προορισμός που αναδείχθηκε από μια αναγνώριση χωρίς σχέδιο — υπάρχουν πολλοί που την «κατανάλωσαν» πρόσκαιρα και μετά επέστρεψαν στην αφάνεια. Η διαφορά δεν είναι τύχη. Είναι υποδομές, κανόνες, στρατηγική και, κυρίως, διάρκεια.
Εκεί βρίσκεται το στοίχημα του νομού μας. Η Πιερία δεν είναι σήμερα προορισμός δώδεκα μηνών, αλλά ουσιαστικά θερινός, τεσσάρων έως πέντε μηνών, στηριγμένος στον οδικό τουρισμό και στη θάλασσα. Η παραλιακή ζώνη θα παραμένει πάντα το δυνατό μας χαρτί, δεν αρκεί όμως. Όσο ο τουρισμός μας εξαρτάται από μία εποχή και μία πρόταση, τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε στον ανταγωνισμό.
Ο Όλυμπος, ως μικτό μνημείο — φυσικής και πολιτιστικής αξίας — αλλάζει την εξίσωση. Δίνει στην Πιερία δεύτερο και τρίτο προϊόν: το ορεινό τοπίο, το θρησκευτικό απόθεμα της παραολυμπιας ζώνης, τα αρχαιολογικά μας σύνολα, τα μονοπάτια, τον μύθο. Δίνει λόγο να έρθει κάποιος την άνοιξη, το φθινόπωρο, ακόμη και τον χειμώνα — και, κυρίως, λόγο να μείνει παραπάνω μέρες. Αυτό είναι το μόνο που μετράει για την τοπική οικονομία.
Σε αυτή τη διεύρυνση, το χιονοδρομικό κέντρο του Ελατοχωρίου έχει τη ξεχωριστή του βαρύτητα: είναι το κύριο εργαλείο μας για να σπάσουμε την εποχικότητα. Όταν λειτουργεί σωστά, γεμίζουν τα ορεινά καταλύματα τους μήνες που τα παράκτια κλείνουν, στηρίζονται θέσεις εργασίας που δεν είναι πεντάμηνες, και έρχονται επισκέπτες που μένουν στον τόπο μας. Ο εκσυγχρονισμός του — αναβατήρες, τεχνητή χιόνωση, ασφάλεια, οδική πρόσβαση — αποτελεί προτεραιότητα ισότιμη με την ανάδειξη του Ολύμπου.
Δίπλα σε αυτό υπάρχει ένα τεράστιο κεφάλαιο που αφήνουμε αναξιοποίητο: τα αγροδιατροφικά μας προϊόντα. Η Πιερία παράγει λάδι, κρασί, ακτινίδια, κεράσια, μέλι, τυροκομικά, αρωματικά φυτά του Ολύμπου. Δεν είναι διακοσμητικά της τουριστικής μας εικόνας: είναι η ταυτότητά μας και σοβαρό οικονομικό εργαλείο. Όταν ο επισκέπτης δοκιμάζει το λάδι μας στο πρωινό, το κρασί μας στο δείπνο, το μέλι μας στο μονοπάτι, δεν αγοράζει απλώς ένα προϊόν — αποκτά εμπειρία, θυμάται τον τόπο, τον ξαναζητά από το σπίτι του. Δημιουργείται αλυσίδα που ενώνει ξενοδόχο, αγρότη, μεταποιητή και παραγωγό σε κοινό όφελος.
Η ενσωμάτωσή τους στη συνολική εμπειρία απαιτεί οργάνωση, όχι μόνο καλή διάθεση: πιστοποίηση και τυποποίηση της τοπικής παραγωγής, ώστε να τροφοδοτεί με συνέπεια τις ξενοδοχειακές μονάδες· σύνδεση των μικρών παραγωγών με ξενοδοχεία και εστιατόρια μέσα από δίκτυα, ώστε η προμήθεια να μη γίνεται ευκαιριακά· οργανωμένη γαστρονομική ταυτότητα, με διαδρομές γεύσης που ενώνουν οινοποιεία, ελαιοτριβεία, τυροκομεία και αγροκτήματα· και τη στήριξη που θα επιτρέψει στους παραγωγούς να ανταποκριθούν χωρίς να χάσουν ποιότητα και ταυτότητα.
Έχουμε θέσει δημόσια, ως Ένωση Ξενοδόχων Πιερίας, έναν μετρήσιμο στόχο: την επέκταση της τουριστικής περιόδου από τους τέσσερις στους επτά έως εννέα μήνες μέσα στην επόμενη πενταετία. Δεν είναι ευχολόγιο. Για να επιτευχθεί, χρειαζόμαστε ένα ενιαίο πακέτο εμπειρίας που θα ενώνει το Δίον, τον Όλυμπο, το Λιτόχωρο, το Ελατοχώρι και τις παραθαλάσσιες περιοχές, με τη γεύση και τα προϊόντα του τόπου ως σταθερό νήμα. Ο επισκέπτης δεν έρχεται στον «Όλυμπο» ή στην «παραλία» ή «για σκι» — έρχεται στην Πιερία, και οφείλουμε να του παρουσιαστούμε ως συνεκτική πρόταση, όχι ως αποσπασματικές εμπειρίες που τις ανακαλύπτει μόνος του.
Ταυτόχρονα χρειαζόμαστε σοβαρή διαχείριση της επισκεψιμότητας — φέρουσα ικανότητα στα μονοπάτια, εκπαίδευση επισκεπτών, οργανωμένες υποδομές πρόσβασης, ενίσχυση των υπηρεσιών προστασίας — γιατί ένα τοπίο που υποβαθμίζεται δεν προσελκύει, απωθεί. Χρειαζόμαστε καλύτερες συνδέσεις με τη Θεσσαλονίκη και τα Βαλκάνια, στρατηγική για περισσότερες διεθνείς πτήσεις, επίλυση των εκκρεμοτήτων που ταλαιπωρούν τους οδικούς μας επισκέπτες, και ασφαλή πρόσβαση στα ορεινά και στα σημεία της γαστρονομικής μας διαδρομής. Χρειαζόμαστε, επίσης, στήριξη των μικρών και οικογενειακών ξενοδοχείων για ψηφιακό και ενεργειακό εκσυγχρονισμό — ακόμη περισσότερο στις ορεινές μονάδες — και, επιτέλους, ρύθμιση της άναρχης βραχυχρόνιας μίσθωσης, που έχει αλλοιώσει τη φυσιογνωμία γειτονιών και την ισορροπία της τοπικής αγοράς εργασίας. Και τίποτε δεν λειτουργεί χωρίς ανθρώπους: η αναγνώριση της UNESCO πρέπει να συνοδευτεί από ποιότητα υπηρεσιών αντίστοιχη του τίτλου, με εκπαίδευση προσωπικού, ξεναγών και εκπαιδευτών, και δια βίου κατάρτιση.
Οι ξενοδόχοι της Πιερίας δεν ζητούμε ενισχύσεις. Ζητούμε σταθερούς κανόνες, δίκαιη βάση ανταγωνισμού, προσβασιμότητα και λειτουργικό κράτος. Επενδύουμε διαρκώς, αναβαθμίζουμε τις υποδομές μας, στηρίζουμε την τοπική απασχόληση. Αυτό που χρειαζόμαστε από την πολιτεία είναι συνεργασία σε μια υπόθεση που δεν είναι τοπική αλλά εθνική.
Τις επόμενες εβδομάδες, μετά και την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Πιερία, η συζήτηση θα πρέπει να περάσει από τις δηλώσεις στην ουσία: θα αξιοποιήσουμε την αναγνώριση του Ολύμπου ως αφορμή για ριζική αναβάθμιση του τουριστικού μας μοντέλου, ή θα την αφήσουμε να εξαντληθεί σε πανηγυρικές δηλώσεις και αυτοκόλλητα στα λεωφορεία;
Η απάντηση δεν θα δοθεί από την UNESCO. Θα δοθεί από εμάς, εδώ, με έργα, με σχέδιο και με συνέπεια. Ο Όλυμπος υπήρξε ο τόπος όπου οι Έλληνες τοποθέτησαν τους θεούς τους. Είναι καιρός, με την ίδια τόλμη, να τοποθετήσουμε εκεί το μέλλον της Πιερίας.
* Ο Ηρακλής Τσιτλακίδης είναι Πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Πιερίας και Β’ Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων













