Για ακόμη μία φορά η κυβέρνηση και το ΥΠΑΙΘΑ επιχειρεί να επιβάλει μια εκπαιδευτική αλλαγή με όρους προχειρότητας, αυταρχισμού και πλήρους απαξίωσης του παιδαγωγικού ρόλου των εκπαιδευτικών. Η απαίτηση να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες ημέρες η επιλογή σχολικών εγχειριδίων για το σχολικό έτος 2027-2028 μετατρέπει μια σύνθετη επιστημονική και παιδαγωγική διαδικασία σε μια ακόμα fasttrack γραφειοκρατική διεκπεραίωση.
Με ακόμα μια παιδαγωγικά αστήριχτη και έωλη απόφαση-οδηγία προς τα σχολεία, που πασχίζουν κυριολεκτικά να ολοκληρώσουν ομαλά μια από τις δυσκολότερες χρονιές των τελευταίων χρόνων, η Υπουργός Παιδείας προκαλεί την εκπαιδευτική κοινότητα και την κοινωνία. Η απαίτηση να διαβαστούν και να επιλεγούν τα βιβλία μέσα σε ελάχιστες μέρες την περίοδο που στα σχολεία πρέπει να ολοκληρωθούν εξετάσεις, βαθμολογήσεις, συνεδριάσεις και διαδικασίες ολοκλήρωσης του σχολικού έτους, το υπουργείο δείχνει να είναι εκτός εκπαιδευτικής πραγματικότητας και αντιμετωπίζει τους/τις εκπαιδευτικούς σαν γραφειοκρατικές μηχανές που καλούνται να λάβουν με προχειρότητα αποφάσεις που θα επηρεάσουν τη διδασκαλία και το παιδαγωγικό έργο των επόμενων ετών, απαξιώνοντας πλήρως τον παιδαγωγικό και επιστημονικό τους ρόλο.
Η επιλογή διδακτικών βιβλίων δεν είναι ούτε διοικητική τυπικότητα ούτε υπόθεση υπογραφών. Απαιτεί χρόνο, μελέτη, κριτική αποτίμηση, σύγκριση διαφορετικών προσεγγίσεων και ουσιαστική συζήτηση στους Συλλόγους Διδασκόντων.
Ταυτόχρονα, αποτελεί τουλάχιστον παράδοξο οι εκπαιδευτικοί να αποφασίζουν τον Ιούνιο του 2026 ποιο βιβλίο θα χρησιμοποιηθεί στο σχολείο τους το Σεπτέμβριο του 2027, δύο σχολικά έτη αργότερα, χωρίς να γνωρίζουν αν θα είναι οι ίδιοι/ες στο σχολείο αυτό. Κάθε χρόνο άλλωστε ένα τεράστιο ποσοστό των εκπαιδευτικών αλλάζει σχολικές μονάδες (αναπληρωτές/τριες, νεοδιόριστοι/ες, μετατεθειμένοι/ες, αποσπασμένοι/ες, όσοι/ες είναι στη διάθεση των ΠΥΣΔΕ κλπ) ενώ πάρα πολλοί συνάδελφοί μας εργάζονται σε 2, 3, 4 ή 5 σχολεία…
Παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς περί «πολλαπλού βιβλίου», η πραγματικότητα απέχει πολύ από την εικόνα που παρουσιάζεται. Σε πολλά γνωστικά αντικείμενα, ιδιαίτερα στο Λύκειο, οι διαθέσιμες επιλογές είναι ελάχιστες ή ακόμη και ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα οι Σύλλογοι Διδασκόντων να καλούνται ουσιαστικά να επικυρώσουν προειλημμένες αποφάσεις.
Το «πολλαπλό βιβλίο» εξελίσσεται σε μια προσχηματική διαδικασία πίσω από ένα προσωπείο επιλογών και παιδαγωγικής ελευθερίας, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε πιλοτική εφαρμογή σε Πειραματικά σχολεία ούτε αξιολόγηση του παιδαγωγικού υλικού.
Ταυτόχρονα, γεννάται ένα σοβαρό πολιτικό και παιδαγωγικό ζήτημα για τον προσανατολισμό της ίδιας της μεταρρύθμισης. Η εκ νέου είσοδος στην παραγωγή σχολικών εγχειριδίων μεγάλων ιδιωτικών εκπαιδευτικών οργανισμών και φροντιστηριακών ομίλων δεν αποτελεί μια ουδέτερη εξέλιξη. Αντίθετα, ενισχύει τον κίνδυνο εμπορευματοποίησης της γνώσης και εισαγωγής ιδιωτικοοικονομικών λογικών στην καρδιά της δημόσιας εκπαίδευσης. Το σχολικό βιβλίο δεν μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Η γνώση δεν είναι εμπόρευμα και η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να υπαγορεύεται από τις προτεραιότητες της αγοράς ή από τα συμφέροντα μεγάλων εκδοτικών και φροντιστηριακών επιχειρήσεων. Η εμπλοκή φορέων που δραστηριοποιούνται στην παραπαιδεία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη σταδιακή διάχυση της λογικής της αγοράς στο δημόσιο σχολείο και για την περαιτέρω ενίσχυση της εξάρτησης της εκπαίδευσης από ιδιωτικά συμφέροντα.
Επίσης, η εισαγωγή του πολλαπλού βιβλίου είναι συνδεδεμένη με την αυτονομία της σχολικής μονάδας. Διασπάται ο ενιαίος χαρακτήρας της μόρφωσης ως καθολικού δημόσιου αγαθού, ενώ ανοίγει ο δρόμος για σχολεία διαφορετικών ταχυτήτων.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το «πολλαπλό βιβλίο» ως μεταρρύθμιση εκσυγχρονισμού.
Όμως καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί προοδευτική όταν εφαρμόζεται χωρίς
ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς σεβασμό στην
επαγγελματική κρίση των εκπαιδευτικών.
Το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακές μεταρρυθμίσεις, τελεσίγραφα και λογικές αγοράς. Έχει ανάγκη από δημοκρατία, επιστημονικό σχεδιασμό, ουσιαστικό διάλογο και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που το κρατούν όρθιο καθημερινά.
Υπερασπιζόμαστε τον Σύλλογο Διδασκόντων ως το κορυφαίο παιδαγωγικό και δημοκρατικό όργανο του σχολείου. Αρνούμαστε να νομιμοποιήσουμε διαδικασίες-εξπρές που υποβαθμίζουν τον ρόλο των εκπαιδευτικών και μετατρέπουν μια κρίσιμη εκπαιδευτική επιλογή σε διοικητική υποχρέωση.
Καλούμε την πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΙΘΑ να σταματήσει να απαξιώνει και να προκαλεί τους χιλιάδες εκπαιδευτικούς που στηρίζουμε τα σχολεία χωρίς καμία πραγματικά αρωγή.
Καλούμε εδώ και τώρα το ΥΠΑΙΘΑ να αποσύρει αμέσως τη συγκεκριμένη εγκύκλιο και τα
απαράδεκτα χρονοδιαγράμματα.
Αποστέλλουμε σχέδιο πρακτικού της ΕΛΜΕ για τις συνεδριάσεις των συλλόγων και απαιτούμε:
- Την άμεση αναστολή της διαδικασίας επιλογής βιβλίων και την απόσυρση της εγκυκλίου του ΥΠΑΙΘΑ.
- Διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του εκπαιδευτικού υλικού και αποτροπή κάθε
προσπάθειας εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της σχολικής γνώσης. - Σεβασμό στην επιστημονική κρίση των εκπαιδευτικών και των Συλλόγων Διδασκόντων.
- Ουσιαστικό διάλογο με τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και την εκπαιδευτική κοινότητα.














