Στις 23 Μαρτίου 2021 οι εσωτερικές υποθέσεις σωμάτων ασφαλείας Βόρειας Ελλάδας πραγματοποίησαν μία μεγάλη επιχείρηση με στόχο να σπάσουν το απόστημα της διαφθοράς στη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Πιερίας. Οι αστυνομικοί προχώρησαν σε 14 συλλήψεις, μεταξύ των οποίων ο προϊστάμενος και υπάλληλοι της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ιδιοκτήτες σχολών οδηγών, μεσάζοντες και οδηγοί με διπλώματα μαϊμού. Τα μέλη του κυκλώματος κατηγορήθηκαν ότι θησαύριζαν εκδίδοντας άδειες οδήγησης σε αναλφάβητους ή αλλοδαπούς οι οποίοι είτε αρίστευαν στις γραπτές εξετάσεις είτε περνούσαν τη δοκιμασία στην οδήγηση χωρίς να γνωρίζουν πού βρίσκεται το… τιμόνι.
Πέντε χρόνια και δύο μήνες μετά, η υπόθεση δεν έχει φτάσει ακόμη στις δικαστικές αίθουσες. Για την ακρίβεια, κάποιοι εκ των κατηγορουμένων παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης για να δικαστούν για τα πλημμελήματα, όπως οι ψευδείς βεβαιώσεις διαμονής για πρόσωπα που γίνονταν κάτοικοι διάφορων χωριών της Πιερίας μέχρι να πάρουν το δίπλωμα. Η διαδικασία αυτή όμως έχει ανασταλεί έως ότου δικαστούν τα κακουργήματα. Είναι αλήθεια ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κατερίνης έχει παραπέμψει σε δίκη 77 άτομα, μεταξύ των οποίων τέσσερις υπάλληλοι της Διεύθυνσης Μεταφορών Πιερίας, ιδιοκτήτες σχολών οδηγών της Κατερίνης και πρόσωπα που πλήρωσαν αδρά για να πάρουν δίπλωμα είτε ΙΧ είτε ακόμη και φορτηγού.
Τα πλημμελήματα και η παραγραφή
Ωστόσο η καθυστέρηση προξενεί εντύπωση, καθώς η υπόθεση μετά την επιχείρηση της αστυνομίας έμεινε για σχεδόν τέσσερα χρόνια στο ανακριτικό γραφείο Κατερίνης, δηλαδή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2025. Τότε άρχισε να κινείται ταχύτερα και μέχρι το τέλος του έτους ολοκληρώθηκαν οι επιπλέον διαδικασίες, ενώ εκδόθηκε και το παραπεμπτικό βούλευμα. Όμως έχουν ήδη περάσει περισσότερα από πέντε χρόνια και ακόμη δεν έχει προσδιοριστεί η δίκη. Παράλληλα η απόφαση αναστολής της διαδικασίας για τα πλημμελήματα ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο να ακυρωθεί και τα αδικήματα να παραγραφούν χωρίς να κριθεί η εμπλοκή των υπολοίπων κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και πρόεδροι κοινοτήτων οι οποίοι κατηγορούνται ότι χορηγούσαν πιστοποιητικά… εντοπιότητας σε πρόσωπα που δεν είχαν σχέση με την περιοχή, απλώς για να δικαιολογηθεί η έκδοση άδειας οδήγησης από τη Διεύθυνση Πιερίας, γιατροί που έδιναν βεβαιώσεις για την κατάσταση της υγείας των υποψηφίων, αλλά και οι ίδιοι οι υποψήφιοι που δωροδόκησαν τους υπαλλήλους. Αυτές οι περιπτώσεις, που είναι πολλές και αφορούν δεκάδες κατηγορουμένων, έχουν διαχωριστεί σε πολλές διαφορετικές δίκες, όμως όλα τα δικαστήρια αποφάσισαν την αναστολή της διαδικασίας.
Το παραπεμπτικό βούλευμα είναι καταπέλτης και σύμφωνα με την ογκώδη δικογραφία οι εμπλεκόμενοι κατηγορούνται ότι εισέπρατταν ποσά από 300 έως 2.800 ευρώ, ανάλογα με την περίπτωση, για την έκδοση αδειών οδήγησης κυρίως φορτηγών και μεταβιβάσεων αδειών. «Στο πλαίσιο της έρευνας επιβεβαιώθηκε η εμπλοκή υπαλλήλων σε τρία σημαντικά στάδια της διαδικασίας και ειδικότερα στο στάδιο της έγκρισης του φακέλου εκάστου υποψηφίου, στο στάδιο του ορισμού των εξεταστών και, τέλος, στο στάδιο των θεωρητικών και πρακτικών εξετάσεων. Η συνεργασία των μελών της εγκληματικής ομάδας επεκτείνεται σε όλα τα στάδια της παράνομης δράσης τους, μεταξύ των οποίων και σε αυτό του διαμοιρασμού των παραληφθέντων αθέμιτων ωφελημάτων. Υπεύθυνοι για την παραλαβή και τον διαμοιρασμό των αθέμιτων ωφελημάτων είναι οι ιδιώτες και οι ιδιοκτήτες – υπάλληλοι σχολών οδήγησης, μέλη της εγκληματικής ομάδας, που είναι επιφορτισμένοι με σχετικό ρολό μεσάζοντα και στο πλαίσιο της παράνομης δραστηριότητας λειτουργούν ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ εξεταζόμενων και εξεταστών, δημιουργώντας μία αλυσίδα μεταφοράς του παρανόμως απαιτηθέντος χρηματικού ποσού ή άλλου αθέμιτου ωφελήματος», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βούλευμα.
Επιτυχόντες… αναλφάβητοι
Αστυνομικοί των εσωτερικών υποθέσεων ύστερα από καταγγελίες που δέχτηκαν μπλόκαραν τα τηλέφωνα των τότε υπόπτων, κυρίως των υπαλλήλων που καταγγέλθηκε ότι παίρνουν «φακελάκια» και των ιδιοκτητών σχολών οδηγών με τους οποίους συνεργάζονται και αποτελούν τα βασικά μέλη του κυκλώματος. Παράλληλα τοποθέτησαν μικρόφωνα και κάμερες στον χώρο των εξετάσεων, ενώ η δικογραφία εμπλουτίστηκε με φωτογραφίες από φυσική παρακολούθηση των συναντήσεων που έκαναν για την παράδοση των χρημάτων σε εξωτερικούς χώρους.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας και όπως αναλύεται στο βούλευμα παρατηρήθηκε ότι στα μέλη του κυκλώματος απευθύνονταν υποψήφιοι οδηγοί που δεν είχαν ελπίδες να πάρουν δίπλωμα είτε επειδή ήταν αναλφάβητοι, συνήθως ρομά, είτε αλλοδαποί, είτε πρόσωπα τα οποία είχαν ελάχιστες ελπίδες να πάρουν δίπλωμα. «Έχει παρατηρηθεί στα φύλλα των εξετάσεων, υπήκοοι Αλβανίας να δίνουν εξετάσεις στην αλβανική γλώσσα, να μην επιτυγχάνουν, στη συνέχεια να απευθύνονται στην «σωστή» σχολή οδηγών, να δίνουν εξετάσεις στην ελληνική γλώσσα και να επιτυγχάνουν στις εξετάσεις, καίτοι ο βαθμός δυσκολίας είναι σαφώς μεγαλύτερος. Για αυτές τις περιπτώσεις αναφέρθηκε ότι έχει παρατηρηθεί εξεταζόμενος να δίνει εξετάσεις και να μην επιτυγχάνει, ενώ στην επανεξέταση να επιτυγχάνει, αλλά στην πρώτη περίπτωση να γράφει τις απαντήσεις με κεφαλαία γράμματα και ανορθόγραφα και στην επανεξέταση με μικρά γράμματα (διαφορετικού γραφικού χαρακτήρα) και ορθογραφημένα, γεγονός που καταφανώς καταδεικνύει την εμπλοκή υπαλλήλων», σημειώνεται στο βούλευμα όπου τονίζεται ότι οι καταγγελίες που έγιναν επιβεβαιώθηκαν.














