Καθώς κλείνει ένας χρόνος και ανοίγει ένας καινούργιος, πολλοί άνθρωποι πιάνουν τον εαυτό τους να μην εύχεται πια «περισσότερα». Δεν ζητούν περισσότερη επιτυχία, περισσότερες εμπειρίες ή μεγαλύτερη ταχύτητα. Αυτό που αναδύεται πιο καθαρά είναι κάτι πολύ πιο γήινο: η ανάγκη η ζωή να γίνει πιο απλή. Να χωράει καλύτερα μέσα της ο άνθρωπος που τη ζει.
Η ψυχοθεραπεία συναντά συχνά αυτή τη βαθιά επιθυμία. Όχι ως μια ρομαντική φαντασίωση, αλλά ως αποτέλεσμα κόπωσης. Κόπωσης από τα βάρη που συσσωρεύτηκαν σιωπηλά, από τις μάσκες που φορέθηκαν για χρόνια, από τα «πρέπει» που έμοιαζαν κάποτε αναγκαία αλλά σήμερα ασφυκτικά.
Τα περισσότερα βάρη που κουβαλάμε δεν έχουν υλικό βάρος. Δεν φαίνονται. Κι όμως, επηρεάζουν τη σκέψη, το σώμα, τις σχέσεις. Είναι οι ρόλοι που μάθαμε να παίζουμε για να ανήκουμε. Οι προσδοκίες που εσωτερικεύσαμε για να αγαπηθούμε. Οι τρόποι που μάθαμε να υπάρχουμε χωρίς να ενοχλούμε, χωρίς να ζητάμε, χωρίς να εκθέτουμε τις ανάγκες μας.
Από ψυχολογική σκοπιά, αυτά τα βάρη δεν προκύπτουν τυχαία. Είναι μηχανισμοί προσαρμογής. Κάποτε μας προστάτεψαν. Κάποτε μας κράτησαν συνδεδεμένους. Όμως ο χρόνος περνά, οι συνθήκες αλλάζουν, κι εκείνο που κάποτε μας έσωσε μπορεί σήμερα να μας περιορίζει.
Έτσι γεννιέται η αίσθηση ότι ζούμε με ένα διαρκές «σφίξιμο». Ότι κάνουμε πολλά, αλλά νιώθουμε λίγα. Ότι ανταποκρινόμαστε, αλλά δεν συναντιόμαστε. Η ψυχοθεραπεία δεν έρχεται να αφαιρέσει βίαια αυτές τις δομές. Έρχεται να τις φωτίσει. Να τις κατανοήσει. Να ρωτήσει με ειλικρίνεια: «Σε υπηρετεί αυτό ακόμα;»
Οι μάσκες που φοράμε δεν είναι ψέματα· είναι ιστορίες επιβίωσης. Κανείς δεν τις επιλέγει από ματαιοδοξία. Τις επιλέγει από ανάγκη. Το πρόβλημα ξεκινά όταν ξεχνάμε ότι είναι μάσκες και αρχίζουμε να τις περνάμε για εαυτό. Τότε η ζωή γίνεται βαρύτερη από όσο χρειάζεται.
Κάπου εκεί εμφανίζεται και το αδιάκοπο «πρέπει». Να αντέξω. Να συνεχίσω. Να μη χαλάσω την εικόνα. Να μην απογοητεύσω. Το «πρέπει» έχει μια αυστηρότητα που συχνά συγχέεται με υπευθυνότητα. Στην πραγματικότητα όμως, όταν γίνεται κυρίαρχο, λειτουργεί σαν εσωτερική καταπίεση. Και η ψυχική υγεία δεν αντέχει για πολύ μέσα σε τέτοιες συνθήκες.
Η απλότητα, όπως τη βλέπει η ψυχοθεραπεία, δεν είναι φυγή. Είναι επιλογή. Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος αρχίζει να ξεχωρίζει τι έχει πραγματική αξία και τι απλώς καταναλώνει ενέργεια. Δεν σημαίνει να παραιτηθούμε από τη ζωή, αλλά να σταματήσουμε να πολεμάμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτήν.
Περισσότερη αλήθεια δεν σημαίνει περισσότερη σκληρότητα. Σημαίνει να μπορώ να παραδεχτώ τι με κουράζει και τι με θρέφει. Να δώσω χώρο σε αυτό που είμαι σήμερα, όχι σε αυτό που έπρεπε να είμαι κάποτε. Η αλήθεια, όταν δεν επιβάλλεται αλλά αναδύεται, λειτουργεί θεραπευτικά.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η παρουσία αποκτά κεντρική σημασία. Όχι ως τεχνική, αλλά ως στάση ζωής. Να είμαι εδώ, χωρίς να διορθώνω, χωρίς να βιάζομαι να αλλάξω αυτό που νιώθω. Η παρουσία ρυθμίζει το νευρικό σύστημα, αλλά κυρίως επανασυνδέει τον άνθρωπο με τον εαυτό του.
Και κάπως έτσι γεννιέται ο χώρος. Χώρος να αφήσουμε ό,τι δεν μας υπηρετεί πια. Χώρος να κρατήσουμε ό,τι μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί. Χώρος να αναπνεύσουμε χωρίς ενοχή.
Ίσως τελικά η πιο ουσιαστική ευχή δεν είναι να γίνουμε κάτι περισσότερο, αλλά να γίνουμε πιο αληθινοί. Με λιγότερα βάρη. Με λιγότερες μάσκες. Με λιγότερα «πρέπει». Και με περισσότερη παρουσία σε μια ζωή που να μας χωράει.
Αυτό δεν είναι πολυτέλεια, είναι ψυχολογική φροντίδα!
Γράφει ο Ψυχολόγος-Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας














