4 Μαίου : Κυριακή των Αγίων Μυροφόρων Γυναικών | του Αρχάγγελου Ταξιάρχη Μανταμάδου | της Αγίας Πελαγίας

73

Μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.

Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι’ έλαβαν από το Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα.

Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.

Πασίγνωστος είναι ο Μανταμάδος για το μεγάλο προσκύνημα του Ταξιάρχη του. Η εκκλησία του Αγίου βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ το χωριό, σ’ ένα ανοιχτό, ολόφωτο χώρο από ελιές και πεύκα. Ο αρχικός ναός χτίστηκε πριν από το 1700. Το 1879 ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων. Το εικόνισμα του Αγίου είναι ανάγλυφο, κατασκευασμένο από άγνωστο υλικό. Ο θρύλος αναφέρει ότι το φιλοτέχνησε ένας μοναχός, από πηλό και αίμα. Στην περιοχή υπήρχε παλιό μοναστήρι. Σε μια επιδρομή τους Σαρακηνοί πειρατές έσφαξαν τους μοναχούς. Γλίτωσε μονάχα ένας που είχε σκαρφαλώσει στη στέγη. Οι Αγαρηνοί τον κυνήγησαν. Αλλά όταν τον πλησίασαν είδαν μπροστά τους να έρχεται μια μανιασμένη θάλασσα που απειλούσε να τους καταπιεί. Τρομαγμένοι άφησαν τον καλόγερο και έφυγαν. Ο μοναχός, που απέδωσε τη σωτηρία του στον Ταξιάρχη, μάζεψε πηλό και με το αίμα των σκοτωμένων συνάδελφων του έφτιαξε το εικόνισμα του Αγίου.

Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ’ το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο. Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου είναι το μοναδικό ανάγλυφο, εικόνισμα της Λέσβου. Ακόμα και σήμερα οι προσκυνητές τρέφουν ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη μοναδική εικόνα. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα.

Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων. Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ’ την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ’ τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα.

Η Αγία Πελαγία γεννήθηκε στην πόλη Ταρσό της Κιλκισίας και έζησε στη Ρώμη στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Μεγάλωσε σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, όμως σε νεαρή ηλικία είδε σε όραμα τον Επίσκοπο της Ρώμης, ο οποίος την προέτρεπε να βαπτισθεί. Όταν ξύπνησε και συνήλθε ζήτησε άδεια από τη μητέρα της και με το πρόσχημα ότι θα μεταβεί στην τροφό της, πού ζούσε σε άλλη πόλη, πήγε στον Επίσκοπο, ο οποίος τη βάπτισε χριστιανή. Η χαρά της ήταν μεγάλη.

Αφού παρέδωσε τα πολυτελή της ενδύματα στον Επίσκοπο για να τα πουλήσει και να διαθέσει τα χρήματα στους πτωχούς και αδύνατους… ντύθηκε τη στολή του βαπτίσματος και εν συνεχεία πήγε στην τροφό της η οποία όμως όταν την είδε έτσι ντυμένη έγινε έξαλλη από θυμό και την έδιωξε.

Αποφάσισε τότε να επιστρέψει στη μητέρα της, ελπίζοντας στη μητρική κατανόηση και στοργή. Όταν όμως και η μητέρα της αντίκρισε αυτή της την ενδυμασία αναστατώθηκε και πέφτοντας στο πόδια της, την ικέτευσε να επανέλθει στην αρχική της πίστη. Η Πελαγία απογοητεύτηκε, στενοχωρήθηκε αλλά της δήλωσε ότι η απόφασή της ήταν οριστική και αμετάκλητη. Όταν όμως πληροφορήθηκε το γεγονός ο γιος του Διοκλητιανού, ο οποίος ήταν αρραβωνιαστικός της Πελαγίας, από τη θλίψη του αυτοκτόνησε.

Όταν ο αυτοκράτορας ανακάλυψε την αιτία θανάτου του γιου του κάλεσε την Πελαγία και τη διέταξε να θυσιάσει στο είδωλα. Η Αγία με παρρησία αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι γνώρισε τον αληθινό Θεό. Έξαλλος ο Διοκλητιανός, διέταξε να πυρώσουν ένα χάλκινο βόδι και να την τοποθετήσουν εντός του, χαρίζοντάς της την ουράνια δόξα.