Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Συμφωνία των Πρεσπών και το Επιχείρημα περί της Συνέχειας του Κράτους

241

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα,*

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέχρι τον Ιανουάριο του 2019 όταν και κυρώθηκε από το ελληνικό Κοινοβούλιο η υπογραφείσα τον Ιούνιο του 2018 διαβόητη Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ‘‘πολέμιός’’ της. Χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως ‘‘επιζήμια’’ και ως ‘‘εθνικό λάθος’’ την επέκρινε σφόδρα τονίζοντας ότι με την αναγνώριση της ‘‘μακεδονικής’’ ταυτότητας και γλώσσας για τους γείτονές μας ενισχύεται ο ‘‘κίνδυνος του αλυτρωτισμού’’ σε βάρος της χώρας μας (ίδετε παρακαλώ https://www.youtube.com/watch?v=0HrDoxVSVVs). Στη δε Βουλή, καταψηφίζοντας τη Συμφωνία, για την οποία μάλιστα η τότε αντιπολίτευση είχε συμβάλει στο να βγούμε μαζικώς και με παλμό στους δρόμους και στις πλατείες οι πραγματικοί Μακεδόνες, είχε δηλώσει επί λέξει: ‘‘Δεσμεύτηκα, όμως, ότι θα μείνω σταθερός στο εθνικό καθήκον: Το δικαίωμα της Ελλάδας για βέτο στην ένταξη των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται να το απεμπολήσω. Θα αγωνιστώ με όλες μου τις δυνάμεις για να αμβλύνω τις αρνητικές συνέπειες που είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν από μια προβληματική συμφωνία’’.

Στη στάση του αυτή, μάλιστα, βάσισε εν πολλοίς και την εκλογική του νίκη στις εκλογές του Ιουλίου του 2019. Στη Μακεδονία τα ποσοστά του νυν κυβερνώντος κόμματος υπήρξαν τότε σαρωτικά σε αντίθεση με την παντελώς ‘‘αναιμική’’ εκλογική απόδοση του κ. Τσίπρα και του δικού του κόμματος. Εδώ δε, στην Πιερία, θυμίζω ότι το ποσοστό της ΝΔ ‘‘πέταξε’’ στο εντυπωσιακό 47,5%!

Μετά την αρχική του εκλογή, ωστόσο, ο ‘‘πολέμιος’’ της επιζήμιας για τα εθνικά συμφέροντα Συμφωνίας δήλωσε και δήλωνε ότι, παρόλο που είναι αντίθετος με αυτήν και δεν ψήφισε υπέρ της στη Βουλή, θα την εφαρμόσει καθότι ήταν ήδη γεγενημένη η διεθνής δέσμευση της χώρας να την τηρεί. Το κράτος έχει συνέχεια, ό,τι υπογράφει μια κυβέρνηση, όσο και αν διαφωνεί ή αμφισβητεί κάποιος, δεσμεύει την επόμενη και άλλωστε στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου που διέπει μια διμερή διεθνή σύμβαση, η γενική αρχή ‘‘pacta sunt servanda’’ (‘‘τα συμπεφωνημένα πρέπει να τηρούνται’’) είναι καθολικά πρυτανεύουσα.

Το επιχείρημα της ‘‘συνέχειας του κράτους’’, λοιπόν, τότε ήταν, από πολιτικής και νομικής απόψεως, απολύτως ορθό. Προσωπικά, μάλιστα, συνιστούσα σε όσους παραξενεύονταν ή έκριναν ‘‘ασυνεπή’’ τη στάση του νυν Πρωθυπουργού να σιωπήσουν. Και τούτο, διότι, στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας και της καλής πρακτικής των διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου, μια διεθνής συμφωνία που κυρώνεται από τη Βουλή, όπως το Σύνταγμα εξάλλου προβλέπει, αποκτά νομική και διεθνοπολιτική, δεσμευτικής εκατέρωθεν φύσεως, οντότητα και δεν είναι…  ‘‘μπακαλότεφτερο’’ που εύκολα, ακώλυτα και ‘‘ετσιθελικά’’ θα μπορούσε ο επόμενος (από τον κ. Τσίπρα) Έλληνας Πρωθυπουργός να διαγράψει κάποιες από τις γραμμένες αράδες του ή να το απορρίψει στον ‘‘κάλαθο των αχρήστων’’. Έτσι, η τότε συμπεριφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη, υπό τη λογική, τα συμφραζόμενα και τα συνεπαγόμενα του άνω επιχειρήματος, αναδείκνυε το προφίλ ενός σοβαρού και υπεύθυνου πολιτικού.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, όμως, ο Κόσμος που ζούμε και γνωρίζουμε είναι τετραδιάστατος και άρα ο χρόνος είναι μια υπαρκτή και σημαίνουσα παράμετρος της ίδιας της ζωής και ειδικότερα της πολιτικής. Ο χρόνος ‘‘παράγει’’ τα (νέα) δεδομένα, αποσαφηνίζει τις καταστάσεις, καταγράφει και πιστοποιεί τις αυθεντικές προθέσεις, φέρνει ανατροπές και, ευνοουσών των συγκυριών, αποκαλύπτει ενίοτε και τις μέγιστες αλήθειες.

Στο διάβα του, λοιπόν, αναφορικά με τη Συμφωνία των Πρεσπών, συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν πολλά και άκρως ενδιαφέροντα! Στα 5 και πλέον χρόνια που η Συμφωνία αναπτύσσει τη νομική ισχύ της, τίποτε δεν θα άλλαζε, και το επιχείρημα της ‘‘συνέχειας του κράτους’’ θα εξακολουθούσε να είναι στιβαρό και πειστικό αν η Συμφωνία συνοδευόταν από εκατέρωθεν έμπρακτες εφαρμοστικές πρωτοβουλίες και λειτουργούσε ως ad hoc ‘‘διμερής κανονικότητα’’.

Ωστόσο, αφού οι Σκοπιανοί πήραν από την Ελλάδα, υπό τις γνωστές πιέσεις των διαδιεθνικών κέντρων, αυτό που στην ουσία ήθελαν, δηλαδή τη ‘‘μακεδονική’’ ταυτότητα-ιθαγένεια και γλώσσα, αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν τη Συμφωνία ως… ‘‘μπακαλοτέφτερο’’, το οποίο σήμερα το έχουν ‘‘κουρελιάσει’’ κιόλας. Εξαρχής, λοιπόν, την παραβίαζαν και την παραβιάζουν συστηματικά και πολλαπλώς και μέχρι και σήμερα περιφρονούν προκλητικά το ρυθμιστικό της περιεχόμενο και ιδίως το εξ’ αυτού σαφές πλαίσιο των δικών τους υποχρεώσεων έναντι της Ελλάδας.

Είναι δε χαρακτηριστικό το προ ολίγων ημερών συμβάν με τη νέα Πρόεδρο της Δημοκρατίας των Σκοπίων, την κ. Σιλιάνοφσκα, η οποία ορκίστηκε ως Πρόεδρος της ‘‘Μακεδονίας’’. Ο κ. Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι αυτή είναι μια ‘‘παράνομη’’ και ‘‘ανεπίτρεπτη’’ πρωτοβουλία ενώ το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών έκανε λόγο για ‘‘κατάφωρη παραβίαση’’ της Συμφωνίας των Πρεσπών από την πλευρά των γειτόνων (https://www.kathimerini.gr/politics/563021971/ypex-se-voreia-makedonia-oi-dimereis-scheseis-exartontai-apo-tin-efarmogi-tis-symfonias-ton-prespon/).

Να ήταν όμως μόνο τούτο το (μεμονωμένο) συμβάν; Όχι βέβαια.  Ο Σύλλογος «Επιτροπή Ελληνισμού» (https://www.epitropiellinismou.gr), ο οποίος δραστηριοποιείται στην παρακολούθηση της τήρησης της Συμφωνίας, έχει καταμετρήσει στο βάθος της πενταετίας 345 αδιαμφισβήτητες παραβιάσεις της εκ μέρους των Σκοπιανών (!!!), οι οποίες εντοπίζονται κυρίως σε τρία πεδία: α. Στη συνέχιση της χρήσης του σκέτου όρου «Μακεδονία» από τους Σκοπιανούς, β. Στη χρήση του επιθέτου «μακεδονικός» από τους δημόσιους φορείς του όμορου κράτους, και γ. Στην αδιάλειπτη χρήση του Ήλιου της Βεργίνας ως εθνικού συμβόλου και ως ιστορικού και πολιτιστικού ταυτοποιητικού εμβλήματος.

Οι Σκοπιανοί μας εμπαίζουν, επί μια 5ετία και πλέον, ωμά και ανελέητα! Ο Εθνικός τους Ύμνος (ο οποίος ομιλεί για ‘‘Μακεδονία’’) δεν άλλαξε, το νόμισμα τους επίσης, οι χάρτες της ‘‘Μακεδονίας’’ παραμένουν απαράλλακτοι, στο Υπουργείο Εξωτερικών τους δεσπόζουν οι 4 μεγάλοι ‘‘Ήλιοι της Βεργίνας’’, η ονομασία των Υπουργείων τους, της Εθνικής τους Τράπεζας, της Ακαδηµίας Επιστημών και Τεχνών, των 49 επιμελητηρίων της χώρας, των αθλητικών ομοσπονδιών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και γενικότερα όλων των δημόσιων φορέων τους σχετίζεται άμεσα και απερίφραστα με τον όρο ‘‘Μακεδονία’’, τα μνημεία και τα αγάλματά τους πληροφορούν τον καθένα για τη ‘‘δόξα’’ της ‘‘Μακεδονίας’’, την οποία μπορεί κανείς να θαυμάσει στο συνέδριο «Μακεδονία 2025», τα 21 πολιτικά κόµµατά τους αναφέρονται στα καταστατικά τους στη ‘‘Μακεδονία’’, στα σχολικά βιβλία υφίστανται ακόμη 23 αναφορές στον όρο ‘‘Μακεδονία’’, 8 πρεσβείες και προξενεία τους ανά τον Κόσμο δεν έχουν ‘‘αλλάξει’’, στις σελίδες τους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, το όνομα της χώρας τους και, εν τέλει, αναρίθµητες δηλώσεις επισήµων εκπροσώπων τους ‘‘κατατρυπούν’’ το γράμμα και το ‘‘πνεύμα’’ της Συμφωνίας.

Η ‘‘Επιτροπή Ελληνισμού’’ μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 2023, απέστειλε επιστολή στον Πρωθυπουργό, στον Υπουργό Εξωτερικών και στα πολιτικά κόµµατα, στην οποία επιστολή υπάρχει λεπτομερής κατάλογος µε τις παραβιάσεις της Συµφωνίας από το κράτος των Σκοπίων. Το γεγονός, συνεπώς, της απροσχημάτιστης και ξεκάθαρης πολλαπλής και διαρκούς παραβίασης της Συμφωνίας από τους γείτονες το γνωρίζουν σήμερα άπαντες και είναι, εν πάση περιπτώσει, κάτι το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά από κανέναν.

Τι κάνουμε εμείς, όμως, ως Ελλάδα, επί όλων των παραπάνω; Και ειδικότερα, αφού από το 2019, μετά την ‘‘κατατρόπωση’’ του κ. Τσίπρα (εδώ, στη Μακεδονία, μεταξύ των άλλων, και λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών φυσικά), ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πώς αντιδρά αυτή στη συγκεκριμένη συμπεριφορά των γειτόνων; Η ίδια η πραγματικότητα, η πείρα δηλαδή των τελευταίων 5 ετών, λέει ότι ως Ελλάδα άλλοτε ‘‘παρακαλούμε’’ τους Σκοπιανούς να ‘‘εφαρμόσουν’’ την ‘‘κατατρυπημένη’’ Συμφωνία και άλλοτε μετερχόμαστε… ‘‘αυστηρών συστάσεων’’ προς αυτούς ως προς την εφαρμογή της και γενικά για όσα ορίζονται σε αυτήν.

Στον τετραδιάστατο Κόσμο μας, ωστόσο, ο χρόνος (η παρελθούσα 5ετία) υπήρξε απολύτως καταλυτικός! Το επιχείρημα της ‘‘συνέχειας του κράτους’’, υπό το αντικειμενικό γεγονός των πάμπολλων παραβιάσεων της Συμφωνίας από το έτερο συμβαλλόμενο μέρος, έχει σαφώς ‘‘ξεθωριάσει’’ και de facto ‘‘περιθωριοποιηθεί’’, οι δε ‘‘γλυκανάλατες’’ αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς δύσκολα ικανοποιούν πια την κοινή γνώμη και κυρίως την αξιοπρέπεια του Μακεδόνα-Έλληνα.

Αυτός, λοιπόν, που δεν φοβάται και δεν σκιάζεται να θέσει εν προκειμένω τον δάκτυλο ‘‘επί τον τύπο των ήλων’’, οφείλει με παρρησία να καταγράψει τουλάχιστον τα δύο ενδεχόμενα που λογικά μπορεί να ισχύουν στο ζήτημα και τις δύο επιλογές που έχει σήμερα, δεδομένων όλων των ανωτέρω, ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ο οποίος πρέπει να είναι απέναντί μας απολύτως ξεκάθαρος.

Ή, κατά πρώτον, ο κ. Μητσοτάκης δεν ήθελε και συνεχίζει να μην τη θέλει τη Συμφωνία, σεβόμενος αυτά που έλεγε μέχρι και τον Ιούλιο του 2019 (όταν πρωτο-ανέλαβε την εξουσία) και κατά συνέπεια ήρθε η ώρα να  δείξει αυτή τη θέλησή του σε όλους και πανταχόθι.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, και ας μη σοκάρεται ο Πρόεδρος της ΝΔ, η καταγγελία της εκ των Σκοπιανών ‘‘πολύ-καταπατηθείσας’’ Συμφωνίας είναι πολιτικά δικαιολογημένη και νομικά επιτρεπτή. Στο άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) παρέχεται το δικαίωμα καταγγελίας και συνεπαγωγικά τερματισμού μιας διεθνούς Συμφωνίας όταν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνει σε ‘‘ουσιώδη αθέτηση’’ της. Το άρθρο τούτο ορίζει: ‘‘Ουσιώδης αθέτηση διεθνούς διμερούς Συνθήκης από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχει δικαίωμα στο άλλο να επικαλεσθεί ταύτην ως λόγον για τον τερματισμό της Συνθήκης ή για την αναστολή της εφαρμογής της εν συνόλω ή εν μέρει (παράγραφος 1). Ουσιώδη δε αθέτηση συνιστά: (α) η μη επιτρεπομένη απόρριψη της Συνθήκης ή παράβαση οποιασδήποτε διατάξεως που είναι σημαντική για την επίτευξη του αντικειμένου ή του σκοπού τής Συνθήκης (παράγραφος 3).

Η Ελλάδα, επομένως, με τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969, επικαλούμενη και τη ‘‘θεμελιώδη αλλαγή των περιστάσεων’’ που ορίζει το άρθρο 62 της παραπάνω Σύμβασης (ίδετε το άρθρο: 1 . Δεν μπορεί να γίνει επίκληση θεμελιώδους αλλαγής των περιστάσεων, η οποία επήλθε σε σχέση με τις υπάρχουσες περιστάσεις κατά τη στιγμή της συνομολογήσεως της Συνθήκης και οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί από τα μέρη, ως λόγος λήξεως της συνθήκης ή αποχωρήσεως από αυτήν, εκτός εάν: α) η ύπαρξη αυτών των περιστάσεων συνιστούσε ουσιώδη βάση για τη συναίνεση των μερών να δεσμευθούν από τη Συνθήκη και β) η αλλαγή αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή της εκτάσεως των υποχρεώσεων, που απομένουν προς εκπλήρωση δυνάμει της Συνθήκης).

Διαφορετικά, ως πρώτο βήμα, η Κυβέρνηση θα έπρεπε ήδη ή πρέπει τώρα να κινηθεί σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 19 της Συμφωνίας των Πρεσπών (Το άρθρο αυτό έχει ως εξής: ‘‘1. Τα Μέρη θα επιλύουν κάθε διαφορά αποκλειστικά με ειρηνικά μέσα σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. 2. Σε περίπτωση που το ένα Μέρος θεωρεί ότι το άλλο Μέρος δεν δρα σύμφωνα με τις προβλέψεις της παρούσας Συμφωνίας, το Μέρος αυτό θα γνωστοποιήσει κατ’ αρχάς στο άλλο Μέρος τις ανησυχίες του και θα αναζητήσει μία λύση μέσω διαπραγματεύσεων. Εάν τα Μέρη δεν μπορέσουν να επιλύσουν το ζήτημα διμερώς, μπορεί να συμφωνήσουν να ζητήσουν από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να κάνει χρήση των καλών υπηρεσιών του για την επίλυση του ζητήματος. 3. Οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των Μερών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της παρούσας Συμφωνίας και δεν έχει επιλυθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο Άρθρο 19(2), μπορεί να υποβληθεί στο Διεθνές Δικαστήριο. Τα Μέρη θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσουν να συμφωνήσουν σε κοινή υποβολή κάθε τέτοιας διαφοράς στο εν λόγω Δικαστήριο. Ωστόσο, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός έξι μηνών ή μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος όπως τα Μέρη αμοιβαία θα συμφωνήσουν, τότε κάθε τέτοιου είδους διαφορά δύναται να υποβληθεί από οποιοδήποτε από τα Μέρη μονομερώς’’). Έτσι, θα καταλάβει και ο ελληνικός λαός ότι ο Πρωθυπουργός εννοούσε πραγματικά και συνεχίζει να εννοεί όσα με στόμφο έλεγε το 2018 και το 2019.

Ή, κατά δεύτερον, σε διαφορετική περίπτωση, ο κ. Μητσοτάκης ήθελε επί της ουσίας εξαρχής τη Συμφωνία, αφήνοντας απλά να κάνουν άλλοι τη ‘‘δουλειά’’ αντ’ αυτού και να τη ‘‘χρεωθούν’’ πολιτικά, τη θέλει σήμερα και θα συνεχίσει να τη θέλει και στο μέλλον.

Σε αυτό το ενδεχόμενο, μπορεί να συνεχίσει να επιζητεί αγωνιωδώς την εφαρμογή της και δικαιολογείται οποιαδήποτε παραίνεση, προτροπή ή πρωτοβουλία του για να γίνει, και από την άλλη συμβαλλόμενη πλευρά, πράξη το ουσιαστικό περιεχόμενο της Συμφωνίας. Θα πρέπει, ωστόσο, σε τούτη την περίπτωση, να μας εξηγήσει το γιατί μας ώθησε στους δρόμους και τις πλατείες πριν την υπογραφή της Συμφωνίας και το γιατί δεν την ψήφισε στη Βουλή, ζητώντας παράλληλα και μια… ειλικρινή ‘‘συγνώμη’’ από τον κ. Τσίπρα και τον κ. Κοτζιά.

Έτσι έχουν τα πράγματα, λοιπόν. Έτσι έχουν τα πράγματα γι’ αυτούς τουλάχιστον που δεν ομφαλοσκοπούν και δεν διστάζουν να δουν την πραγματικότητα κατάματα. Σε κάθε περίπτωση, εντούτοις, δεν θα πρέπει να υποτιμάται από κανέναν και επ’ ουδενί η νοημοσύνη αλλά και η αξιοπρέπεια των πολιτών. Καταλαβαίνουμε όλοι και ειδικά εμείς εδώ στη Μακεδονία τι ήταν και τι σημαίνει η Συμφωνία των Πρεσπών. Καταλαβαίνουμε το γιατί έπρεπε το γειτονικό κράτος να εισχωρήσει στο ΝΑΤΟ και το πώς η εν λόγω Συμφωνία αποτέλεσε το ‘‘διαβατήριο’’ των Σκοπιανών για τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Καταλαβαίνουμε το γιατί τους θέλουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το γιατί τους γίνονται από τα θεσμικά όργανά της συνεχώς ‘‘συστάσεις’’ για την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Καταλαβαίνουμε τον ρόλο απάντων. Προσωπικά δε, θα συνιστούσα στον οποιονδήποτε να διαβάσει το από τον Ιούνιο του 2021 Εκτελεστικό Διάταγμα του Προέδρου Biden για τα Δυτικά Βαλκάνια (Executive Order on blocking property and suspending entry into the United States of certain persons contributing to the destabilizing situation in the Western Balkans, https://www.whitehouse.gov/briefing-room/presidential-actions/2021/06/08/executive-order-on-blocking-property-and-suspending-entry-into-the-united-states-of-certain-persons-contributing-to-the-destabilizing-situation-in-the-western-balkans/). Διαβάστε το και πιστέψτε με θα είναι σαν να διαβάσατε χίλια βιβλία μαζί για τις…‘‘ελληνο-μακεδονικές’’ σχέσεις και, μεταξύ των άλλων, και για τη διαβόητη Συμφωνία των Πρεσπών.

Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί όμως και οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση και παγίωση στο περιφερειακό στερέωμα ενός επιθυμητού για τη Δύση γεωπολιτικού status δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι πρέπει να αγνοηθούν τα εθνικά μας συμφέροντα και να ‘‘τσαλακωθεί’’ η εθνική μας αξιοπρέπεια με την αποπομπή ή απώλεια μέρους της δικής μας εθνικής ταυτότητας και ιστορίας. Ούτε ότι τα πολιτικά κόμματα δεν πρέπει να έχουν ένα σαφές και συνεκτικό, και προπαντός σταθερά ειλικρινές και ξεκάθαρο πολιτικό αφήγημα εν προκειμένω. Η ώρα της αλήθειας έφτασε, συνεπώς, και για τον Έλληνα Πρωθυπουργό. ‘‘Οι καιροί ου μενετοί γαρ’’…..

 

ΥΓ: Το Αιγαίο και τα μάτια μας!

 

* Ο Χρήστος Γκουγκουρέλας είναι Δικηγόρος, LLM in International Commercial Law, LLM in European Law, Cer. LSE in Business, International Relations and the political science