5 Δεκεμβρίου: του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, Προστάτη των καρκινοπαθών

2746

Ανάμεσα στους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας σημαντική θέση κατέχουν οι μεγάλες ασκητικές και μοναχικές μορφές. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος.

Ο Άγιος Σάββας καταγόταν από το χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας και ήταν γιος ευσεβών γονέων, του Ιωάννη και της Σοφίας.

Όταν ο Σάββας ήταν μικρός, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει με τη σύζυγό του στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το παιδί του στην ανατροφή σε κάποιον συγγενή του ονόματι Ερμία.

Αλλά ενωρίς τον εγκατέλειψε λόγω της κακής συμπεριφοράς της συζύγου του προς αυτόν. Αποφάσισε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, καταφεύγοντας στη Μονή Φλαβιανών, όπου, παρά το νεαρό της ηλικίας του έδειξε ασυνήθιστο ζήλο για τη μοναχική ζωή και την άσκηση.

Σε μικρό χρονικό διάστημα ξεπέρασε σε αρετές τους μοναχούς. Μάλιστα άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της αγιότητάς του.

Κάποτε κάνοντας το σημείο του σταυρού μπήκε μέσα σε πυρακτωμένο φούρνο, για να σώσει τα ενδύματα των μοναχών, τα οποία είχε λησμονήσει ο φούρναρης, χωρίς να υποστεί την παραμικρή φθορά.

Μετά από δέκα έτη παραμονής του στη Μονή, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην στους Αγίους Τόπους. Ο ηγούμενος, ύστερα από θεία οπτασία, του έδωσε την άδεια και έτσι ο Σάββας έφτασε στην Ιερουσαλήμ, όπου φιλοξενήθηκε στην Μονή του Αγίου Πασσαρίωνος, το χειμώνα του 456 -457. Παρά τις παρακλήσεις των αδελφών της Μονής να μείνει μαζί τους, εκείνος αποφάσισε να αναχωρήσει για την έρημο, κοντά στον φημισμένο ασκητή Μ. Ευθύμιο.

Ο άγιος Ευθύμιος, διαβλέποντας την πνευματική πορεία του νεαρού μοναχού, αρνήθηκε να τον δεχτεί στη Λαύρα του και τον έστειλε στην Μονή του Αββά Θεοκτίστου.

Εκεί ο Σάββας επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, υποδεικνύοντας τέλεια υπακοή και ταπεινοφροσύνη. Ιδιαίτερα αγαπούσε τις ακολουθίες και την προσευχή.

Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ασκήθηκε υπό την ηγουμενία του Θεοκτίστου και του Μάριδος. Κατόπιν ζήτησε από τον ηγούμενο Λογγίνο να αποσυρθεί σε παρακείμενο σπήλαιο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία.

Εκεί, για πέντε ολόκληρα χρόνια, έμενε νηστικός όλη την εβδομάδα και έτρωγε μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, προσευχόμενος και εργαζόμενος το εργόχειρό του.

Κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής αποσύρονταν πιο βαθιά στην έρημο του Ρουβά, μαζί με τον άγιο Ευθύμιο, προσευχόμενοι και αγρυπνούντες. Η τροφή τους αποτελούνταν από λίγα άγρια πικρά χόρτα της ερήμου και νερό. Αυτή η άσκηση συνεχίστηκε ως το θάνατο του αγίου Ευθυμίου το 473.

Κατόπιν ο Σάββας, διάγοντας το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, προχώρησε πιο βαθιά στην έρημο, όπου συνδέθηκε με τους φημισμένους αγίους ασκητές Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη και Γεράσιμο Ιορδανίτη.

Το 483 ίδρυσε δική του Λαύρα, ανατολικά του χειμάρρου των Κέδρων, συγκεντρώνοντας περίπου εβδομήντα αναχωρητές, υπό την πνευματική του καθοδήγηση.

Ο ίδιος διέμενε σε παρακείμενο σπήλαιο, όπου πάλευε σκληρά με τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων. Ως δείγμα της αγιότητάς του ανέβλυζε μύρο από τη σπηλιά του.

Λίγο αργότερα οι αναχωρητές της Λαύρας του έφτασαν τους εκατόν πενήντα. Κάποιοι μοναχοί τον συκοφάντησαν στον Πατριάρχη Σαλλούστιο και ζήτησαν την αντικατάσταση της ηγουμενίας του. Όμως ο Πατριάρχης, όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες, αλλά τον χειροτόνησε πρεσβύτερο το 491.

Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε μακριά και για τούτο πλήθος μοναχών συνέρρεαν στη Λαύρα του, άλλοι να πάρουν την ευλογία του και άλλοι να μείνουν κοντά του.

Ο ίδιος, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο ενέτεινε τον πνευματικό του αγώνα και την άσκησή του. Το έτος 494 άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, διότι ο πρότερος ναός δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές ανάγκες των πολυπληθών μοναχών της Λαύρας.

Αλλά και πάλι δέχτηκε νέα συκοφαντία εναντίον του. Για να ηρεμίσει η Λαύρα, αποφάσισε να φύγει. Για πέντε χρόνια περιόδευσε την Παλαιστίνη και τη Μ. Ασία, ιδρύοντας Λαύρες.

Το 512 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), να εκθρονίσει την αιρετικό μονοφυσίτη Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία (494-512). Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ηγήθηκε του αγώνα των Ορθοδόξων κατά της φοβερής αιρέσεως του μονοφυσιτισμού.

Το 530 έφτασε για δεύτερη φορά στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) να προστατέψει τους πληθυσμούς από τις επιδρομές των αλλοφύλων και από τις ταραχές των ντόπιων.

Με την επιστροφή του στην Παλαιστίνη αρρώστησε και σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, το 534 μ.Χ., ανήλθε προς Κύριον εν ειρήνη. Τα λείψανά του βρίσκονται στο μοναστήρι της Μεγάλης Λαύρας. Αρχικά είχαν μεταφερθεί από τους σταυροφόρους στη Βενετία και επέστρεψαν στο φυσικό τους χώρο στις 13 Οκτωβρίου 1965, με πρωτοβουλία του Πάπα Παύλου ΣΤ’ ως ένδειξη καλής θελήσεως προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο Α’.

H ελληνική λαϊκή παράδοση

Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η εορτή του Οσίου Σάββα είναι στο μέσο των λεγόμενων «Νικολοβάρβαρων». Το κρύο, που άρχισε της Αγίας Βαρβάρας δυναμώνει και οι καιρικές συνθήκες χειροτερεύουν.

Παλιά στην πατρίδα του Οσίου Σάββα στην Καππαδοκία τον τιμούσαν με θυσίες ζώων (κουρμπάνια) και όσοι πήγαιναν στο μοναστήρι του στα Ιεροσόλυμα (χατζήδες) έφερναν χουρμάδες από τα γύρω δέντρα, που τους πρόσφεραν σε άτεκνους ως μέσα θεραπευτικά της στειρότητας.

Ιερά Λείψανα:

Το Ιερό Λείψανο του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορο στην ομώνυμη Μονή Ιεροσολύμων.

Τμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκεται στη Ιερά Μονή Βατοπεδίου.

Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Σπηλαίου Καλαβρύτων.

Απότμημα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Παναγίας Γουμένισσας