Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων από τον ΕΦΚΑ – Δεκτή προσφυγή και πλήρης απαλλαγή του οφειλέτη για την επιστροφή 85.000 ΕΥΡΩ

Το παρόν άρθρο αφορά απόφαση που έκανε δεκτή την προσφυγή της εντολέως για μη καταβολή προς τον ΕΦΚΑ του ποσού των 85.000 ευρώ που ο ΕΦΚΑ ζητούσε ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, που είχε λάβει η μητέρα της, η οποία είχε αποβιώσει με άνοια. Τα ποσά αυτά είχε λάβει η μητέρα από λάθος του δημοσίου την δεκαετία του 1990 και το δημόσιο τα ζήτησε για πρώτη φορά το 2016 μετά τον θάνατό της

610

Γράφει η Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Αναστασία Χρ. Μήλιου

Mια πολύ σημαντική απόφαση που χειρίστηκε το γραφείο μας εξέδωσε το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, που απήλλαξε πλήρως από την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών προς το  ΕΦΚΑ, την κληρονόμο της ασφαλισμένης.

Η υπόθεση αυτή ξεκίνησε όταν η οφειλέτρια έλαβε το 2017 από το ΚΕΑΟ ατομική ειδοποίηση οφειλών σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταβάλει προς το ΕΦΚΑ το ποσό των 46.000 ευρώ περίπου  που αφορούσε αχρεωστητως καταβληθέντα από επιπλέον ποσά σύνταξης γήρατος που είχαν δοθεί στην αγράμματης μητέρα της τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.7.2015, εντόκως προς 5%. Η μητέρα είχε αποβιώσει και η ατομική ειδοποίηση κοινοποιήθηκε απευθείας στην κληρονόμο θυγατέρα της.

Υποχρεωτικά ασκήθηκε ανακοπή και αίτηση αναστολής κατά της ατομικής ειδοποίησης του ΚΕΑΟ που και οι δύο κερδήθηκαν πανηγυρικώς.

Παράλληλα ασκήθηκε προσφυγή κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης του ΙΚΑ.

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την προσφυγή και το Δημόσιο άσκησε έφεση.

Ο μοναδικός λόγος έφεσης του ΕΦΚΑ ήταν ότι εφόσον η κόρη ήταν η μοναδική κληρονόμος της αρχικής οφειλέτριας των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών,  το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλλε όταν έκρινε ότι η απόφαση καταλογισμού δεν ήταν ορισμένη.

Το διοικητικό Εφετείο εξετάζοντας την έφεση και τον λόγο αυτής έκανε δεκτά τα ακόλουθα:

Με την κρινόμενη έφεση, ζητείται παραδεκτώς να εξαφανισθεί η με αρ. 4041/2021 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή της εφεσίβλητης και ακυρώθηκε η απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Περιφερειακού Β΄ Τοπικού Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α. Μισθωτών Αττικής – Αθηνών – Δυτικού Τομέα. Με την τελευταία αυτή πράξη αποφασίστηκε ο καταλογισμός σε βάρος της τελευταίας, ως κληρονόμου της μητρός της, του ποσού των 46.332,98 ευρώ (κεφάλαιο : 30.976,77 ευρώ και τόκοι : 15.356,21 ευρώ) που η θανούσα είχε εισπράξει αχρεώστητα από το ΕΦΚΑ.

Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., η αναζήτηση των περιοδικών ασφαλιστικών παροχών, που είχαν καταβληθεί σε αυτόν αχρεωστήτως, χωρεί κατ’ αρχήν στο όνομα των κληρονόμων του, εφόσον η εν λόγω αναζήτηση, δεν αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης. Στην εκδιδόμενη προς τούτο καταλογιστική πράξη πρέπει, όμως, να προσδιορίζονται ονομαστικώς οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνταξιούχου του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και το ποσό της οφειλής για καθέναν από αυτούς κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας. Και τούτο, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό προσδιορίζονται επακριβώς τόσο το πρόσωπο του υπόχρεου, όσο και το ύψος της οφειλής του, περαιτέρω δε καθίσταται εφικτή η αμφισβήτηση του κύρους της πράξης αυτής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με την άσκηση προσφυγής (πρβλ. ΣτΕ 1069/2001, 3925/1986). Συνεπώς, πράξη των αρμόδιων οργάνων του Ιδρύματος, με την οποία αναζητούνται αχρεωστήτως καταβληθείσες ασφαλιστικές παροχές από κληρονόμους αποβιώσαντος συνταξιούχου άνευ μνείας του ποσού που οφείλεται από κάθε κληρονόμο ξεχωριστά, αναλόγως με την κληρονομική του μερίδα, είναι νομικώς πλημμελής, στην περίπτωση δε αυτή τα διοικητικά δικαστήρια υποχρεούνται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 περ. β του Κ.Δ.Δ., να ακυρώσουν την εν λόγω πράξη και δεν δύνανται να την τροποποιήσουν, καθορίζοντας, το πρώτον αυτά, τα πρόσωπα των υπόχρεων και το ύψος της οφειλής για καθέναν από αυτούς.

Επειδή, περαιτέρω, κατά γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης, δεν είναι επιτρεπτή η μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου ανάκληση ευνοϊκών για τους ασφαλισμένους πράξεων των ασφαλιστικών οργανισμών, έστω και παρανόμων, από τις οποίες οι ασφαλισμένοι απέκτησαν, καλόπιστα, δικαιώματα. Η εφαρμογή, όμως, της αρχής αυτής τελεί υπό την βασική προϋπόθεση ότι οι ευνοϊκές αυτές πράξεις εκδόθηκαν χωρίς να υπάρχει κακόπιστη συμπεριφορά, ενέργεια ή παράλειψη του ασφαλισμένου που ωφελήθηκε έναντι του συγκεκριμένου ασφαλιστικού οργανισμού. Περαιτέρω, η ανάκληση διοικητικής πράξης σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου. Η διάταξη αυτή δεν ορίζει, πάντως, ότι μετά την πάροδο της πενταετίας η ανάκληση γίνεται πέραν του ευλόγου χρόνου και ότι, επομένως, απαγορεύεται. Το ζήτημα, όμως, κατά πόσο η πάροδος ορισμένου χρόνου από την έκδοση της διοικητικής πράξης υπερβαίνει ή όχι τον εύλογο χρόνο κρίνεται εκάστοτε από το δικαστήριο αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εξάλλου, αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης– γενική αρχή που ισχύει στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης– η αναζήτηση, από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ασφαλιστικών παροχών μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την είσπραξή τους, αν οι παροχές αυτές έχουν μεν καταβληθεί αχρεωστήτως από τον ασφαλιστικό οργανισμό, ο ασφαλισμένος, όμως, τις έχει εισπράξει καλοπίστως. Η αναζήτηση των πιο πάνω παροχών επιτρέπεται μόνον εφόσον κριθεί ότι αυτός που έχει εισπράξει τα αναζητούμενα ποσά τελούσε, κατά την είσπραξή τους, σε δόλο έναντι του οργανισμού, η κρίση δε για τη συνδρομή του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Αντιθέτως, επιβάλλεται η αναζήτηση των ποσών αυτών αν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της είσπραξης και της αναζήτησης είναι μικρό, εκτός αν αυτός που έχει εισπράξει, παρανόμως πλην καλοπίστως, τις χρηματικές ασφαλιστικές παροχές επικαλεστεί και αποδείξει ότι η επιστροφή τους στον ασφαλιστικό οργανισμό θα είχε ως συνέπεια τον σοβαρό κλονισμό της οικονομικής του κατάστασης.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν τα ακόλουθα : Η εφεσίβλητη είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητρός της, η οποία απεβίωσε το 2015. Στην τελευταία, με απόφαση του Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Αγίων Αναργύρων, απονεμήθηκε σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της, από 1.8.1990. Εν συνεχεία, με αίτησή της, η ανωτέρω αιτήθηκε από το εκκαλούν σύνταξη λόγω γήρατος, χωρίς να δηλώσει την προηγούμενη από 30.7.1990 συνταξιοδότησή της από το Ι.Κ.Α.. Με απόφαση του Διευθυντή του εκκαλούντος, της απονεμήθηκε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος από 21.3.1996. Μετά το θάνατό της εκδόθηκε απόφαση Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ιλίου – Αγίων Αναργύρων του Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία καταλογίσθηκαν σε βάρος των νομίμων κληρονόμων της ως άνω αποβιωσάσης συνταξιούχου, εντόκως προς 5%, τα επιπλέον ποσά των συντάξεων λόγω γήρατος, τα οποία η τελευταία είχε εισπράξει αχρεώστητα από το Ι.Κ.Α. τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.7.2015. Επίσης, με την απόφαση αυτή ορίσθηκε ότι η ανωτέρω οφειλή θα εισπραχθεί εφάπαξ ή σύμφωνα με τις διατάξεις περί Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), και ο υπολογισμός του οφειλόμενου ποσού θα γινόταν από το αρμόδιο Κέντρο Πληρωμής, διατάχθηκε δε η κοινοποίηση αυτής στους νομίμους κληρονόμους της θανούσας συνταξιούχου. Κατά της απόφασης αυτής, η εφεσίβλητη, στην οποία κοινοποιήθηκε η ανωτέρω απόφαση, άσκησε ενώπιον της αρμόδιας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) ένσταση με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της προβάλλοντας: α) ότι η μητέρα της ήταν αγράμματη και ήταν ασθενής από εγκεφαλική αιμορραγία και πνευμονικό οίδημα την 16.5.1995, εξήλθε δε από την κλινική την 30.12.1995 με μερική αποκατάσταση της κίνησης και της ομιλίας της, β) μετά το θάνατό της έμεινε η ίδια μόνη κληρονόμος αλλά ουδέποτε διαχειρίσθηκε τα εν λόγω ποσά σύνταξης, αφού η μητέρα της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, διέμενε σε οίκο ευγηρίας, ενώ η τυχόν αναζήτηση από την ίδια των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σύνταξης θα της προκαλέσει τεράστια οικονομική ζημία. Η Τ.Δ.Ε. του Ε.Φ.Κ.Α. του Β΄ Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών Αττικής – Αθηνών – Δυτικού Τομέα, με την απόφασή της, απέρριψε ομόφωνα την ανωτέρω ένσταση ως αβάσιμη. Εν τω μεταξύ, κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας, εκδόθηκε έγγραφο της Προϊσταμένης του Τμήματος Πληρωμής Συντάξεων του ίδιου ως άνω Υποκαταστήματος, το οποίο προσδιόρισε την οφειλή της εφεσίβλητης από τον καταλογισμό της διπλοσυνταξιούχου μητέρας της, στο ποσό των 46.332,98 ευρώ (κεφάλαιο : 30.976,77 ευρώ και τόκοι : 15.356,21 ευρώ). Με την προσφυγή της, η εφεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω απόφασης προβάλλοντας ότι, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης, προϋπόθεση για την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθεισών ασφαλιστικών παροχών από τρίτα πρόσωπα, όπως είναι η ίδια, η οποία τυγχάνει μοναδική εξ’ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας συνταξιούχου μητέρας της, είναι η ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του τρίτου, η οποία θα πρέπει να βεβαιώνεται με σχετική αιτιολογημένη κρίση, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού σε κανένα σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφερόταν τεκμηριωμένα ότι αυτή γνώριζε για τις ανωτέρω αναφερθείσες ενέργειες της μητέρας της. Σε κάθε δε περίπτωση, η εφεσίβλητη προέβαλε ότι η ίδια δεν τελούσε σε γνώση, ούτε επεδίωκε, ούτε συμμετείχε στην παράνομη είσπραξη των εν λόγω ποσών αλλά και ότι δεν συνέτρεχε δόλος ούτε στο πρόσωπο της αποθανούσας μητέρας της, η οποία ήταν αγράμματη, γεγονός που βεβαιώνεται και στην αστυνομική της ταυτότητα, ενώ, επιπλέον, την 16.5.1995 εισήχθη στο νοσοκομείο με εγκεφαλική αιμορραγία και πνευμονικό οίδημα, από το οποία εξήλθε στις 30.12.1995, ήτοι 7 μήνες αργότερα, με μερική αποκατάσταση της ομιλίας και της κίνησής της. Επομένως, ισχυρίστηκε η εφεσίβλητη, ότι κατόπιν των ανωτέρω και της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας της, η μητέρα της ουδεμία γνώση είχε ότι δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την είσπραξη της σύνταξής της λόγω γήρατος και ότι όφειλε να ενημερώσει το ΙΚΑ ότι εισέπραττε και άλλη σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου της, άλλωστε στην αίτησή της προς το εκκαλούν, δεν δηλώθηκε ορθώς ότι ελάμβανε κι άλλη σύνταξη, όμως στα εγχειριζόμενα δικαιολογητικά που συνόδευαν την ως άνω αίτηση είχαν συμπεριληφθεί τόσο αντίγραφο της απόφασης του Διευθυντή του εκκαλούντος με την οποία η μητέρα της είχε δικαιωθεί σύνταξης χηρείας, όσο και αντίγραφο του εντύπου Ε1 προς τη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων, οικονομικού έτους 1994, στο οποίο είχαν δηλωθεί ποσά από συντάξεις,. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη προέβαλε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αόριστη και αναιτιολόγητη, καθώς η κρίση για τη συνδρομή του δόλου τόσο στο πρόσωπο της μητέρας της, όσο και στο δικό της δεν αιτιολογείτο ειδικώς, και τέλος, ότι η αναζήτηση από την ίδια των καταλογισθέντων στην αποθανούσα μητέρα της, ποσών, θα επέφερε σε αυτήν δυσμενείς οικονομικές και προσωπικές συνέπειες ενόψει του ότι τα εισοδήματά της επαρκούν μόλις και μετά βίας για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της οικογένειάς της, δεδομένου ότι ο υιός της, ενήλικος πλέον, δεν εργάζεται, ενώ, στα έξοδα της οικογένειας, περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι φορολογικές υποχρεώσεις της ίδιας και του συζύγου της, ο ΕΝ.Φ.Ι.Α., οι ασφάλειες αυτοκινήτων και κατοικίας τους, οι δόσεις στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, αλλά και τα υπόλοιπα καρτών και τέλος, η κάλυψη των καθημερινών αναγκών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) αντικείμενο της κληρονομίας αποτελεί και η έναντι κληρονομουμένου αξίωση ασφαλιστικού οργανισμού προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών ασφαλιστικών παροχών, β) ο καταλογισμός μετά το θάνατο του αχρεωστήτως λαβόντος πρέπει να γίνεται σε βάρος των κληρονόμων του και με καθορισμό τόσο των συγκεκριμένων κληρονόμων που καταλογίζονται, όσο και του ποσού που οφείλει ο καθένας κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας, και γ) εν προκειμένω, με την απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. Ιλίου – Αγίων Αναργύρων καταλογίστηκαν για οφειλή, αορίστως οι νόμιμοι κληρονόμοι της – αποβιώσασας στις 7.7.2015 – αχρεωστήτως λαβούσης, χωρίς αυτοί να κατονομάζονται στο σώμα της ως άνω απόφασης, ενώ, εξάλλου, στην ίδια απόφαση δεν προσδιοριζόταν το ύψος της υποχρέωσης καθενός από αυτούς, κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας (με αναφορά ενδεχομένως σε πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της κατά το χρόνο του θανάτου της ή σε τυχόν δημοσιευθείσα διαθήκη αυτής), έκρινε ότι η προαναφερθείσα καταλογιστική απόφαση ήταν άκυρη, ως νομικώς πλημμελής, η δε ακυρότητα αυτή λαμβανόταν αυτεπαγγέλτως υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 περ. β΄ του Κ.Δ.Δ., προκύπτουσα από την εν λόγω απόφαση και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της για το λόγο αυτό, κάνοντας δεκτή την προσφυγή.

Με την κρινόμενη έφεση, το εκκαλούν υποστηρίζει ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και πρέπει να εξαφανισθεί καθώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά τις σχετικές διατάξεις ενώ περαιτέρω δεν ερμήνευσε σωστά και τα πραγματικά περιστατικά. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η πρωτόδικη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί δεδομένου ότι η εφεσίβλητη ουδέποτε αμφισβήτησε την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός της. Ως εκ τούτου μη νομίμως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της εφεσίβλητης κρίνοντας ότι η απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ιλίου – Αγ. Αναργύρων του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. με την οποία αποφασίστηκε ο καταλογισμός σε βάρος της τελευταίας, ως κληρονόμου της μητρός της, των επιπλέον ποσών σύνταξης γήρατος τα οποία, η θανούσα είχε εισπράξει αχρεώστητα από το εκκαλούν, τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.7.2015, εντόκως προς 5%, ήταν άκυρη ως νομικώς πλημμελής επειδή καθορίστηκαν αορίστως οι κληρονόμοι της αποβιώσασας. Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι βάσιμος και πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, δικάζοντας επί της προσφυγής και λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι με την απόφαση του Διευθυντή του καθού, απονεμήθηκε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος στην μητέρα της προσφεύγουσας από 21.3.1996 ενώ η απόφαση Διευθυντή του Τοπικού Υποκαταστήματος Ιλίου – Αγίων Αναργύρων του Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ., με την οποία καταλογίσθηκαν σε βάρος των νομίμων κληρονόμων της ως άνω αποβιωσάσης συνταξιούχου, εντόκως προς 5%, τα επιπλέον ποσά των συντάξεων λόγω γήρατος, τα οποία η τελευταία είχε εισπράξει αχρεώστητα από το Ι.Κ.Α. τη χρονική περίοδο από 1.1.1997 έως 31.7.2015, εκδόθηκε πέραν της πενταετίας με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή, ενόψει του μακρού χρονικού διαστήματος μεταξύ της είσπραξης και της αναζήτησης με την προσβαλλόμενη απόφαση, β) ότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει δόλος της προσφεύγουσας και συμμετοχή της στην είσπραξη των αχρεωστήτως από την θανούσα μητέρα της ποσών και γ) ότι το ετήσιο εισόδημα της προσφεύγουσας όπως προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία που προσκόμισε δεν είναι επαρκές για να καλύψει αξιοπρεπώς τόσο τις ανάγκες διαβίωσης όσο και το καταλογισθέν ποσό 46.332,98 ευρώ, που ήδη με τις προσαυξήσεις έχει ξεπεράσει τις 85.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η επιστροφή από αυτήν των ποσών της σύνταξης που έλαβε η μητέρα της κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα να της προξενήσει ιδιαιτέρως δυσμενείς οικονομικές συνέπειες κρίνει ότι ο καταλογισμός σε βάρος της προσφεύγουσας του προαναφερόμενου ποσού, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών συντάξεως, παρίσταται μη νόμιμος και ως εκ τούτου ακυρώνει στην ουσία την απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του Περιφερειακού Β΄ Τοπικού Υποκαταστήματος του Ε.Φ.Κ.Α. Μισθωτών Αττικής – Αθηνών – Δυτικού Τομέα, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της προσφεύγουσας κατά της απόφασης του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Ιλίου – Αγ. Αναργύρων του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.