Η απόφαση Τσίπρα για αποχή του ΣΥΡΙΖΑ από το Κοινοβούλιο και η πολιτική συνεπαγωγή

116

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα,*

 

Λίγες μόνο μέρες μετά από την ανεπιτυχή για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατάληξη της υποβληθείσας πρότασης μομφής κατά της Κυβέρνησης, η οποία κατάληξη, vice versa, αναγιγνώσκεται και ως παροχή εμπιστοσύνης και κοινοβουλευτικής στήριξης στην Κυβέρνηση και ενώ οι επερχόμενες εκλογές όλο και πλησιάζουν, ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, προέβη σε κάτι που δεν έχει προηγούμενο στα χρονικά του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτικού βίου. Προφασιζόμενος την επιλογή του για το κόμμα του να μην ‘‘νομιμοποιεί’’ από εδώ και πέρα, δια της παρουσίας και δράσης του στη Βουλή, το νομοθετικό έργο της ‘‘Κυβέρνησης της εκτροπής’’, όπως είπε, ανήγγειλε δημόσια και ανοιχτά την αποχή του κόμματός του από τις κοινοβουλευτικές διεργασίες μέχρι να γίνουν εκλογές!

Αυτή η πρωτοφανής, ωστόσο, πολιτική επιλογή του κ. Τσίπρα έχει προφανώς και συγκεκριμένη πολιτική συνεπαγωγή, η οποία, κατά την προσωπική μου τουλάχιστον αντίληψη, εκδιπλώνεται σε τρία διακριτά επίπεδα:

Κατά πρώτον, η συμπεριφορά του εν λόγω κόμματος όχι μόνο αντιβαίνει αλλά και προκαλεί ‘‘τρώση εξευτελιστική’’ στην ίδια την κοινοβουλευτική αρχή, η οποία νοηματικά και λειτουργικά συνδέεται άμεσα με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η δημοκρατία δεν μπορεί ούτε να νοηθεί, ούτε, πολύ περισσότερο, να λειτουργήσει χωρίς την αρχή του κράτους δικαίου και τις συνταγματικές εγγυήσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού, χωρίς θεμελιώδεις ατομικές ελευθερίες και συλλογικές δράσεις, αλλά και κυρίως χωρίς τους θεσμούς αντιπροσώπευσης που της παρέχουν ‘‘ταυτοτικό νόημα’’, δηλαδή χωρίς το ενεργό, πολυφωνικό Κοινοβούλιο και τον πολυκομματισμό.

Με βάση την κοινοβουλευτική αρχή, η δημοκρατική νομιμοποίηση μιας Κυβέρνησης αντλείται από τον κυρίαρχο λαό και εκφράζεται, αντιπροσωπευτικά, στο Κοινοβούλιο μέσα από την πλήρη και ανόθευτη εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης. Όταν συνεπώς, με βάση τους εννοιολογικούς ορισμούς της κοινοβουλευτικής αρχής, μια Κυβέρνηση, βγαίνει ‘‘αλώβητη’’ από την σε βάρος της πρόταση δυσπιστίας, τότε απολαμβάνει την πλειοψηφική στήριξη της Βουλής πραγματιστικά και πέραν πάσης αμφιβολίας.

Επαγωγικά, κατόπιν μιας απολύτως νωπής έκφανσης της αρχής της δεδηλωμένης, κανένα αντιπολιτευόμενο την Κυβέρνηση κόμμα δεν δικαιούται, συνταγματικά και λογικά, να ομιλεί για ‘‘δημοκρατική εκτροπή’’ και άλλα ευτράπελα. Η συνεχής αποχή, λοιπόν, εν προκειμένω, του κόμματος αυτού από τον κοινοβουλευτικό ρου (που δεν θα είναι δα και μακρόσυρτος χρονικά, μια που, ούτως ή άλλως, πλησιάζει η επίσημη διάλυση της Βουλής με την προκήρυξη των εκλογών) συνιστά ωμή περιφρόνηση στην κοινοβουλευτική αρχή και ξεκάθαρη ασέβεια απέναντι στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα.

Κατά δεύτερον, συνεπαγωγή της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνιστά η απόπειρα ‘‘έμμεσης’’, πλην όμως σαφέστατης, ‘‘μεταφοράς’’ του ‘‘βασικού forum’’, όπου παραδοσιακά εκφέρεται ο πολιτικός λόγος και διενεργείται ο πολιτικός διάλογος σε μια δημοκρατία. Το Κοινοβούλιο, κατά το κλασικό πρότυπο της αρχαιοελληνικής Εκκλησίας του Δήμου και έχοντας ως θεσμός από το 1688 και εκείθεν, δηλαδή ήδη από την εποχή της ‘‘Ένδοξης Επανάστασης’’ στην Αγγλία, διαδραματίσει στη νεωτερική Ιστορία, κυρίως του Δυτικού Κόσμου, τον καίριο και αποφασιστικό ρόλο της ‘‘συγκολλητικής ουσίας’’ ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και το πολίτευμα της δημοκρατίας, είναι χώρος υψηλού δημοκρατικού συμβολισμού και δημοκρατικής ουσίας. Δεν αντικαθίσταται από οτιδήποτε, αλλά και ούτε υφίσταται, πολιτικο-κοινωνικά, χώρος που να του ‘‘μοιάζει’’. Το ‘‘πεζοδρόμιο’’ μπορεί να αποτελεί συνήθη ‘‘στίβο’’ των κοινωνικών αγώνων και πεδίο λαϊκής έκφρασης, σε καμία περίπτωση όμως δεν υποκαθιστά ούτε τη θεσμικότητα, ούτε την εγγυητική ισχύ αλλά και ούτε τη νομιμοποιητική ακτινοβολία του Κοινοβουλίου σε μια δημοκρατική Πολιτεία. Κατά συνέπεια, η μακρά (μέχρι τις εκλογές, όπως είπε) αποχή του κόμματος του κ. Τσίπρα από τα κοινοβουλευτικά δρώμενα είναι, άνευ αντιστοίχου ιστορικού παραδείγματος, ευτελισμός και απαξίωση του ίδιου του Κοινοβουλίου, ως θεσμού.

Κατά τρίτον, η συγκεκριμένη επιλογή του εν λόγω πολιτικού κόμματος (θα) συνεπιφέρει, συνεπαγωγικά, ένα ορατό και εξόφθαλμο ‘‘έλλειμμα’’ πολιτικής αντιπροσώπευσης στη δημοκρατική ζωή του τόπου. Στις εκλογές του 2019 το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ψηφίστηκε από το σχεδόν 32% των Ελλήνων ψηφοφόρων για να το εκπροσωπήσει (αυτό το ποσοστό του εκλογικού σώματος) με τις θέσεις και προτάσεις του στη Βουλή και για να δώσει δημοκρατικές ‘‘μάχες’’ εκεί ακριβώς (στη Βουλή), δηλαδή στον χώρο όπου αποκτά αληθινό νόημα (‘‘σάρκα και οστά’’ ίσως έλεγε κάποιος) η ίδια η δημοκρατία, σεβόμενο, μάλιστα, τους αξιακούς πυλώνες της.

Η ιστορική και θεωρητική ταύτιση, λοιπόν, μεταξύ της δημοκρατικής αρχής και του αντιπροσωπευτικού συστήματος είναι ένα από τα σημαίνοντα δομικά στοιχεία της δημοκρατικά συντεταγμένης Πολιτείας αλλά και της ίδιας της ιδεολογίας του Συνταγματισμού. Το αντιπροσωπευτικό σύστημα είναι άξονας της μορφολογίας του κράτους και ‘‘ιδιοσυστασιακό προσόν’’ του Κοινοβουλευτισμού.

Με άλλα λόγια, η δημοκρατική αρχή, με το κλασικό θεσμικό της περιεχόμενο, βασίζεται στο αντιπροσωπευτικό σύστημα, στην περιοδικότητα των εκλογών, στην ύπαρξη του πλουραλισμού, στην αρχή της πλειοψηφίας και στη λειτουργία των κομμάτων εντός Βουλής. Συνεπώς, μακροημέρευση της ‘‘απουσίας’’ ενός κόμματος και των εκλεγμένων από τον λαό αντιπροσώπων του από τη Βουλή συνεπάγεται πρακτικά ‘‘φαλκίδευση’’ της δημοκρατικής αρχής και παραπέμπει ξεκάθαρα σε ‘‘φθηνό’’ λαϊκισμό, σε δημαγωγία κενή κάθε δημοκρατικής ευαισθησίας.

Έπειτα από τα παραπάνω, η συνολική έποψη των τριών άνω σημειολογικών παρατηρήσεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη επιλογή του κ. Τσίπρα για την από εδώ και πέρα πορεία του κόμματός του ως τις εκλογές θα μπορούσε να ερμηνευτεί είτε ως ανώριμος (πολιτικός) ‘‘παλιμπαιδισμός’’, είτε ως ‘‘στείρος συμπλεγματισμός’’ είτε ως ωμή περιφρόνηση στη δημοκρατία και τις αξίες της και ολική απαξίωση στον κοινοβουλευτισμό και τις νόρμες του. Γι’ αυτό, προσωπικά, εύχομαι σθεναρά αυτή η πολιτική συμπεριφορά να μην αποτελέσει (στο μέλλον) ‘‘άλλοθι’’ ή ‘‘υπόδειγμα’’ ή, πολύ περισσότερο, ‘‘κοινοβουλευτικό προηγούμενο’’ για τον οποιονδήποτε…….

 

* Ο Χρήστος Γκουγκουρέλας είναι Δικηγόρος, LLM in International Commercial Law, LLM in European Law, Cer. LSE in Business, International Relations and the political science