25 Νοεμβρίου: της Αγίας Αικατερίνης της Μεγαλομάρτυρος – χρόνια πολλά Κατερίνη

124

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Ο πατέρας της, ονομαζόταν Κώνστας ή Κέστος, και ήταν άρχοντας της περιοχής όπου και διέθετε πολλά πλούτη. Σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε η Αγία Αικατερίνη μαθητεύοντας δίπλα στους καλύτερους δασκάλους λόγω της οικονομικής ευμάρειας του πατέρα της και του ανεξάντλητου πνεύματός της.

Έτσι γνώρισε την ελληνική φιλοσοφία, έμαθε γλώσσες και σπούδασε την ιατρική επιστήμη.

Το καλλιεργημένο πνεύμα της, η μεγάλη της ομορφιά και τα πλούτη της οικογένειάς της, την κατέστησαν μια από τις πιο περιζήτητες νύφες της περιοχής της. Θέλοντας να παντρευτεί κάποιον ισάξιό της δεν έκανε δεκτά τα προξενιά που της πήγαιναν.

Η μητέρα της προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα αυτό την έστειλε να επισκεφθεί και να συμβουλευτεί έναν χριστιανό ασκητή που ασκήτευε λίγο έξω από την Αλεξάνδρεια. Με τις συμβουλές του ασκητή αλλά και ένα όνειρο που είδε με την Θεοτόκο αποφάσισε να διδαχθεί περισσότερα για τον χριστιανισμό και να βαπτιστεί χριστιανή. Μετά την βάπτισή της είδε στο όνειρό της την Παναγία και τον Χριστό.

Η Θεοτόκος της πέρασε στο χέρι ένα δαχτυλίδι και της ζήτησε να έχει μοναδικό νυμφίο τον Υιό Της. Ξυπνώντας είδε το δαχτυλίδι στο δάχτυλό της και κατάλαβε πως δεν ήταν ένα απλό όνειρο. Από τότε αφιέρωσε την ζωή της στον Χριστό και την αληθινή θρησκεία.

Όταν επί Μαξεντίου διεξαγόταν διωγμός εναντίον των χριστιανών, η Αγία Αικατερίνη δε φοβήθηκε, αλλά με παρρησία διέδιδε πώς ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος Αληθινός Θεός. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τον έπαρχο της περιοχής, ο οποίος προσπάθησε με συζητήσεις να την πείσει να αρνηθεί την πίστη της.

Όταν ο έπαρχος διαπίστωσε την ανωτερότητα των λόγων της Αγίας, συγκάλεσε δημόσια συζήτηση με τους πιο άξιους ρήτορες της Αλεξάνδρειας, τους οποίους όμως η Αγία Αικατερίνη αποστόμωσε. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιοι από τους συνομιλητές της Αγίας πείστηκαν για τους λόγους της και ασπάστηκαν την Χριστιανική Πίστη.

Μπροστά σε αυτή την κατάληξη, ο έπαρχος διέταξε να τη βασανίσουν σκληρά με την ελπίδα πώς η Αγία θα λύγιζε και θα αρνιόταν τον Χριστό. Όμως η Αγία Αικατερίνη έμεινε ακλόνητη στην πίστη της. Στις 25 Νοεμβρίου του 304 μ.Χ. παρέδωσε μαρτυρικά, με αποκεφαλισμό, την ψυχή της στον Κύριο ύστερα από διαταγή του επάρχου.

Το άψυχο σώμα της Αγίας μετέφεραν δύο Άγγελοι στο όρος Σινά όπου και βρέθηκε μετά από 4 αιώνες από έναν ασκητή. Ο ασκητής αυτός το μετέφερε στη Μονή όπου και βρίσκεται μέχρι και σήμερα μυροβολώντας και κάνοντας Θαύματα.

Η Αγία Αικατερίνη είναι από τα πρόσωπα εκείνα της Ορθοδοξίας που η ζωή και η δράση της αγγίζει τα όρια του μύθου.

Τιμάται παντού, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την ίδια. Στην Ελλάδα η αγία έχει συνδεθεί και με τη λαογραφία. Στις Κυκλάδες, ιδιαίτερα, οι άγαμες γυναίκες, φτιάχνουν τις «αλμυροκουλούρες», στην Κατερίνη τιμάται και ως πολιούχος, ενώ είναι προστάτιδα των γεωργών αλλά και πάρα πολλών επαγγελματικών ομάδων σε πολλές χώρες του κόσμου, όπως των δικηγόρων και νομικών, των βιβλιοθηκονόμων των φιλοσόφων, των μυλωνάδων, των γανωματήδων, των νοσοκόμων, των γραμματέων, των στενογράφων, των βυρσοδεψών και των αγγειοπλαστών. Ενώ, θεωρείται και προστάτιδα των ετοιμοθάνατων, των παρθένων και των ανύπαντρων γυναικών.

Οι γεωργοί στη χώρα μας είχαν συνδέσει την καλή σπορά με την αγία. Μάλιστα, σύμφωνα με την παράδοση, επειδή η γιορτή της συμπίπτει με τη σπορά, σε περίπτωση ανομβρίας η αγία «δανείζεται νερό» από άλλον άγιο για να βρέξει!

Πολιούχος της Κατερίνης

Η Κατερίνη, η πρωτεύουσα της Πιερίας, τιμά την Αγία Αικατερίνη ως πολιούχο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο σημερινός νεκροταφειακός ναός της Αγίας Αικατερίνης ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής Σινά. Αρχικά, όταν κτίστηκε ο ναός, η Κατερίνη δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός. Αργότερα, όταν αναπτύχτηκε η πόλη, πήρε το όνομά της από τον ναό. Η δε Πολιτεία με ειδικό διάταγμα όρισε την Αγία Αικατερίνη πολιούχο. Ο Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας είναι αυτός που έφερε στην Κατερίνη λείψανα της αγίας, τα οποία προσέφερε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά στις 25 Νοεμβρίου του 1967 και τοποθετήθηκαν στον καθεδρικό Ναό της Θείας Αναλήψεως.

Ο εορτασμός

Η ημέρα του μαρτυρίου της Αγίας Αικατερίνης θεωρείται η 24 Νοεμβρίου, της δε εύρεσης των λειψάνων της η 25η Νοεμβρίου, εκτός, όμως, όλων των Σλάβων, που τιμούν ιδιαίτερα μέχρι σήμερα την ημέρα του μαρτυρικού θανάτου της αγίας. Όλοι οι άλλοι Χριστιανοί τιμούν τη μνήμη της στις 25 Νοεμβρίου, έπειτα από σύσταση-απόφαση των μοναχών του Σινά, οι οποίοι συνέπτυξαν σε μία και τις δύο εορτές, ώστε να συνεορτάζεται με τα Εισόδια της Θεοτόκου.

Παρά το γεγονός ότι η αγία τιμήθηκε όσο κανείς και από τους Καθολικούς, το 1969 η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αφαίρεσε την εορτή της από το γενικό εορτολόγιο των αγίων που δημοσιεύθηκε από τη Σύνοδο για τη Θεία Λατρεία και την Τάξη των Αγίων, ισχυριζόμενη την έλλειψη ιστορικών αποδείξεων για την ύπαρξή της. Το 2002 περιλήφθηκε ξανά στο ημερολόγιο.

Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά

Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά ήταν από αυτές που στην πορεία μετατράπηκαν σε κέντρα της Ορθοδοξίας. Αν και το 641 μ.Χ. κατακτήθηκε η περιοχή από τους Άραβες, οι μοναχοί εξασφάλισαν την πολιτική προστασία του Μωάμεθ, ο οποίος, με το περίφημο «Αχτιναμέ», που σώζεται στη μονή, όρισε οι Μουσουλμάνοι να υπερασπίζονται τους αδελφούς της Μονής. Ακολούθησαν οι Σταυροφόροι (1099-1270), οι οποίοι κατέστησαν γνωστή τη μονή στους

Χριστιανούς της Δύσεως. Η μονή φημίζεται και για το μοναδικό στο είδος του κειμηλιοφυλάκιο και την πλουσιότατη βιβλιοθήκη που διαθέτει. Στο καθολικό, το σκευοφυλάκιο, τα παρεκκλήσια, τα κελιά και σε άλλους χώρους της μονής φυλάσσονται περισσότερες από 2.000 εικόνες, που χρονολογούνται από τον 6ο έως τον 12ο αιώνα (παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου). Μνημονεύονται ειδικά οι κηρόχυτες (ή εγκαυστικές), που είναι και οι αρχαιότερες. Ανάμεσά τους οι σπουδαιότερες είναι: ο Άγιος Πέτρος, η Ένθρονη Θεοτόκος ανάμεσα σε αγίους και αγγέλους, η Παναγία η Παράκλησις, ο Χριστός Παντοκράτωρ, η Ανάληψις του Χριστού, ο Χριστός Εμμανουήλ και οι Τρεις Παίδες εν καμίνω.

Η βιβλιοθήκη της μονής, από πλευράς αριθμού και αξίας χειρογράφων, θεωρείται η δεύτερη σε σπουδαιότητα στον κόσμο, έπειτα από εκείνη του Βατικανού. Περιέχει 4.000 πολύτιμα χειρόγραφα (τα δύο τρίτα στην ελληνική γλώσσα, τα υπόλοιπα στην αραβική, τη συριακή, την κοπτική, την ιβηρική, την αρμενική και την αιθιοπική). Το περιεχόμενό τους είναι κυρίως χριστιανικό, χωρίς να λείπουν τα έγγραφα ιστορικής αξίας, με υπογραφές αυτοκρατόρων, πατριαρχών και αρχιερέων, σουλτάνων και ηγεμόνων. Πολλά από τα χειρόγραφα είναι ωραϊσμένα με θαυμάσιες και σπάνιες μικρογραφίες.

Στη συλλογή της μονής περιλαμβανόταν και ο περίφημος Σιναϊτικός Κώδιξ (4ου αιώνος), που περιέχει το ελληνικό κείμενο της Αγίας Γραφής. Το 1856 ο Γερμανός μελετητής Τίσεντορφ τον δανείστηκε, χωρίς να τον επιστρέψει… Σήμερα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο, αγορασμένος το 1933 προς 100.000 λίρες.

Θησαυρός ανεκτίμητος είναι και ο παλίμψηστος Συριακός Κώδιξ του 400 μ.Χ., με δεύτερη γραφή του 7ου και 8ου αιώνα, που περιέχει την αρχαιότερη μετάφραση του Ευαγγελίου και άλλα μεταγενέστερα κείμενα. Το αρχαιότερο Ευαγγέλιο στην ελληνική είναι του έτους 717 και αποτελεί δώρο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Γ’. Η βιβλιοθήκη περιέχει και περίπου 5.000 έντυπες εκδόσεις, πολλές από τις οποίες ανάγονται στα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Είναι άριστα οργανωμένη και διαθέτει εργαστήρια μικροφωνήσεως και συντηρήσεως χειρογράφων, για την εξυπηρέτηση των μελετητών.

Στην πνευματική δικαιοδοσία της μονής ανήκει το γυναικείο μετόχιο της Φαράν, με μεγάλο κήπο φυτεμένο με χουρμαδιές, οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά. Άλλα μετόχιά της βρίσκονται στη Ραϊθώ, στο Κάιρο, στον Λίβανο, στην Κύπρο, στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι την Αγία Αικατερίνη έχουν τιμήσει με ασματικές ακολουθίες υμνογράφοι, όπως ο Θεοφάνης ο Γραπτός (9ος αιώνας), και με παρακλητικό κανόνα ο μακαριστός λόγιος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (20ός αιώνας). Ακόμα, τη μεγαλομάρτυρα έχουν τιμήσει με λαμπρούς εγκωμιαστικούς λόγους, αριστουργήματα ρητορικής τέχνης, πολλοί εκκλησιαστικοί ρήτορες, όπως ο αρχιεπίσκοπος Σινά και Ραϊθώ Κύριλλος, λόγιος κληρικός του 18ου αιώνα, με δύο εγκωμιαστικούς λόγους στην «πολιούχον Σινά», που εκδόθηκαν στη Βενετία το 1776, και ο ιεροδιδάσκαλος του 18ου αιώνα Μακάριος Καλογεράς, από την Πάτμο.

Οι Βεδουίνοι προστάτες του μοναστηριού

Κατά την Αραβική Άνοιξη, η οποία ξεκίνησε από την Τυνησία το 2010 και επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες και, βεβαίως, στην Αίγυπτο, οι Βεδουίνοι, οι οποίοι ζουν αρμονικά με τους μοναχούς της μονής, ήταν αυτοί που υπερασπίστηκαν τον χώρο. Σύμφωνα με τον ηγούμενο της μονής Δαμιανό: «Τις μέρες εκείνες της επανάστασης κατά του Μουμπάρακ είχαμε έναν ξεσηκωμό και μια γενικευμένη αναρχία. Υπήρχαν φόβοι ότι κάποιες φυλές από το Βόρειο Σινά θα κατέβουν για λεηλασίες. Τότε οι Βεδουίνοι πήραν τα όπλα και δημιούργησαν έναν κλοιό, μια ασπίδα προστασίας γύρω από το μοναστήρι… Υπάρχει ιστορικά μια καλή σχέση με τους μουσουλμάνους, με εξαίρεση κάποιες περιόδους. Λογικό είναι μέσα στους τόσους αιώνες να υπάρχουν και κάποια μελανά σημεία. Αυτά όμως ήταν ελάχιστα».

Ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα στην πίστη δεν υπήρξε, ωστόσο, το μοναδικό κίνητρο για το οποίο οι Βεδουίνοι ζώστηκαν τα άρματα και δημιούργησαν κλοιό ασφαλείας για τους 27 μοναχούς και, βεβαίως, τα ανεκτίμητης αξίας βιβλία, χειρόγραφα και βυζαντινά κειμήλια που φυλάσσονται, σε συνθήκες υψηλής ασφάλειας. Γύρω από τη μονή κατοικούν περισσότεροι από 4.000 Βεδουίνοι, οι οποίοι ζουν από τον τουρισμό. Πριν από το ξέσπασμα της εξέγερσης, έφταναν στην περιοχή περίπου 300.000 τουρίστες το χρόνο.

Στο πλευρό των μοναχών και ο σεΐχης Ahmet Abou Rashed El-Gebali της φυλής Gabalia, που ζει στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης, ο οποίος τότε δήλωσε πως η προστασία της μονής και των ιερών τόπων αποτελούν ευθύνη της φυλής του, διαμηνύοντας σε όλους τους φανατικούς πως «δεν θα επιτραπεί σε κανέναν να βλάψει το μοναστήρι»…