Συλλέκτες αναμνήσεων

123

Του  Γιάννη Τσαπουρνιώτη

 

Στις μέρες μας, στην εποχή του ιντερνέτ, των ηλεκτρονικών μέσων και του αυτοματισμού, υπάρχουν ακόμη ρομαντικοί άνθρωποι, συλλέκτες παλαιών, ρετρό αντικειμένων.

Άλλοι από χόμπι, άλλοι από νοσταλγία, από αγάπη για την παράδοση και τον πολιτισμό, συλλέγουν χαρτόσημα, καρτ ποστάλ, παλιά βιβλία, νομίσματα, φωτογραφίες, γκραβούρες, γραμμόφωνα, δίσκους μουσικής και πλήθος παλαιών αντικειμένων που ταξιδεύουν τις αισθήσεις μας στο παρελθόν.

Από αυτά τα χρόνια τα φθαρμένα, τα παλιά, μου αρέσει να συλλέγω κι εγώ  αναμνήσεις. Να αποθηκεύω τις στιγμές που πέρασαν γρήγορα χωρίς να εκτιμήσω την αξία τους. Λύπες, χαρές, επιτυχίες κι αποτυχίες που η ανακεφαλαίωση και η επεξεργασία τους στο μυαλό μου, μου διδάσκουν πολλά.

Στον κυκλώνα της παγκοσμιοποίησης και της «ευαισθησίας» των μεγάλων δυνάμεων του πλανήτη για το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, ξεχωρίζει η ιστορία μιας γριούλας που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.

Μια νεαρή ταμίας, υπάλληλος σε κατάστημα, υποδεικνύει στην ηλικιωμένη κυρία πως θα έπρεπε να φέρνει δικές της τσάντες για τα ψώνια γιατί οι πλαστικές σακούλες δεν είναι καλές για το περιβάλλον.

«Η  γενιά σας δεν νοιαζόταν αρκετά ώστε να σώσει το περιβάλλον μας για τις επόμενες γενιές».

Η γιαγιά, ζητώντας της ταπεινά συγνώμη, της εξηγεί. «Ναι, η δικιά μου γενιά δεν είχε αυτό το «πράσινο πράγμα» στην εποχή μου. Εμείς επιστρέφαμε τα γυάλινα μπουκάλια του γάλακτος, των αναψυκτικών και της μπύρας στο κατάστημα. Το κατάστημα τα έστελνε πίσω στο εργοστάσιο για να πλυθούν, να αποστειρωθούν και να ξαναγεμίσουν για να χρησιμοποιηθούν ξανά και ξανά. Οπότε στην πραγματικότητα τα ανακύκλωναν. Αλλά στις μέρες  μας δεν είχαμε αυτό το «πράσινο πράγμα»…

Τα μπακάλικα μας έβαζαν τα ψώνια μέσα σε καφέ χάρτινες σακούλες που χρησιμοποιούσαμε για πολλά πράγματα, μέχρι για το κάλυμμα των σχολικών βιβλίων. Έτσι η δημόσια περιουσία δεν παραμορφωνόταν από μουντζούρες μας.  Τι κρίμα που δεν κάναμε το «πράσινο πράγμα» τότε…

Ανεβαίναμε τις σκάλες με τα πόδια γιατί δεν είχαμε κυλιόμενη σκάλα σε κάθε κτίριο καταστήματος και γραφείων. Περπατούσαμε μέχρι το μανάβικο. Δεν είχαμε μηχανή 300 ίππων κάθε φορά που χρειαζόταν να διασχίσουμε δυο τετράγωνα. Αλλά έχεις δίκιο… δεν είχαμε το «πράσινο πράγμα» στις μέρες μας…

Τότε πλέναμε τις πάνες του μωρού, αφού δεν είχαμε το είδος της μιας χρήσεως για πέταμα. Στεγνώναμε τα ρούχα σε τεντωμένο σχοινί, όχι μέσα σε ένα στεγνωτήριο-φαγάνα που καταβροχθίζει 220 βολτ ηλεκτρισμού. Η αιολική και ηλιακή ενέργεια στέγνωναν τα ρούχα στις μέρες μας. Αλλά δεν είχαμε αυτό το «πράσινο πράγμα»…

Πίναμε νερό από βρύση ή σιντριβάνι όταν ήμασταν διψασμένοι αντί να χρησιμοποιούμε ποτήρι ή πλαστικό μπουκάλι.

Τότε οι άνθρωποι έπαιρναν το τραμ ή το λεωφορείο και τα παιδιά πήγαιναν με το ποδήλατο στο σχολείο τους ή περπατούσαν αντί να μετατρέπουν τις μητέρες τους σε 24ωρη υπηρεσία ταξί με το SUV των 45.000 ή το βαν της οικογένειας που κοστίζει όσο κόστιζε ένα ολόκληρο σπίτι πριν από το «πράσινο πράγμα».

Αυτά και άλλα πολλά παραδείγματα χρησιμοποίησε η ηλικιωμένη γυναίκα στην απολογία της προς την ταμία. Και αυτών των αναμνήσεων είμαι κι εγώ φανατικός συλλέκτης. Αυτές οι αναμνήσεις είναι ο καλύτερος σύμβουλος, ο καθοδηγητής στο δύσκολο δρόμο της καθημερινότητας.

Η απλότητα, η αθωότητα, η αυτάρκεια, η ιεράρχηση των αξιών, είναι τα δεκανίκια που συλλέγω στη ραφιέρα του στρεσαρισμένου μυαλού μου.

Με γοητεύουν αφάνταστα οι συλλέκτες αυτών των αναμνήσεων. Των αναμνήσεων που αναζητούν την γνώση, που παράγουν ευαισθησία, πολιτισμό, που επιβάλλεται να διασωθούν και να παραδοθούν ανόθευτες για να συγκρατήσουν την υλιστική, καταναλωτική μας λαιμαργία.