Ξεκινά η δίκη για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι – Στο εδώλιο 21 άτομα

44

Οι οδυνηρές μνήμες της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι, την 23η Ιουλίου 2018, η οποία προκάλεσε ανείπωτη καταστροφή με 103 νεκρούς, κατακαίγοντας στο πέρασμά της τον οικισμό, τον φυσικό πλούτο της περιοχής, κατοικίες και περιουσίες αναβιώνουν από σήμερα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας.

Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά από αυτή την εθνική τραγωδία η Δικαιοσύνη καλείται επιτέλους να καταλογίσει τις ποινικές ευθύνες σε όσους κηρύξει ενόχους από τους συνολικά 21 κατηγορουμένους της υπόθεσης και να δικαιώσει τη μνήμη όσων χάθηκαν μέσα στην πύρινη λαίλαπα.

Τη στιγμή αυτή, άλλωστε, αναμένουν υπομονετικά όλα αυτά τα χρόνια και οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι θα βρίσκονται στη δικαστική αίθουσα, ως ύστατο χρέος στους δικούς τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή με τρόπο βασανιστικό.

Η ακροαματική διαδικασία αναμένεται να είναι μαραθώνια, καθώς μόνο οι μάρτυρες που έχουν κληθεί να καταθέσουν στο δικαστήριο ανέρχονται στους 213, ενώ δεν αποκλείεται να χρειαστεί ακόμη και να ακουστούν ηχητικά ντοκουμέντα από τις επίμαχες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ των αρμοδίων εκείνες τις κρίσιμες ώρες, από τις οποίες προέκυψε ένα «αλαλούμ» με πλήρη σύγχυση και άγνοια της πραγματικής κατάστασης και της εικόνας του μετώπου της πυρκαγιάς.

Ενδεικτική της τραγικής κατάστασης, στην οποία βρίσκονταν άλλωστε οι υπεύθυνοι της διαχείρισης και αντιμετώπισης της πυρκαγιάς είναι η αναφορά-αποστροφή του ανακριτή Αθανάσιου Μαρνέρη στο πόρισμα που συνέταξε για τους κατηγορουμένους:

«Παρακολουθούσαν αμέτοχοι σαν τον Ξέρξη που έβλεπε τη ναυμαχία της Σαλαμίνας από τον χρυσό του θρόνο στο όρος Αιγάλεω…».

Οι κατηγορούμενοι και οι ευθύνες που τους αποδίδει το βούλευμα

Στο κατάλογο των κατηγορουμένων, περιλαμβάνονται τα ονόματα της τότε περιφερειάρχη Αττικής Ρένας Δούρου, αυτοδιοικητικών παραγόντων στελεχών της Περιφέρειας, δημάρχων της περιοχής, στελεχών της Πολιτικής Προστασίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της Αστυνομίας, όπως και του 72χρονου που προκάλεσε την πυρκαγιά στη Νταού Πεντέλης.

Όλοι οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν για κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος παρά τις επίμονες προσπάθειες που κατέβαλε ο ανακριτής της υπόθεσης Αθανάσιος Μαρνέρης προκειμένου να αναβαθμιστεί σε κακούργημα η κατηγορία για πέντε στελέχη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Συγκεκριμένα με βάση το πολυσέλιδο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών της Αθήνας οι 21 κατηγορούμενοι θα δικαστούν για τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή δια παραλείψεως από υπόχρεους και μη, αλλά και της πρόκλησης σωματικών βλαβών κατά συρροή.

Για εμπρησμό από αμέλεια θα δικαστεί επιπλέον ο ηλικιωμένος που προκάλεσε την πυρκαγιά.

Σύμφωνα με το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών οι 21 κατηγορούμενοι παρέλειψαν να προβούν σε σειρά συγκεκριμένων και ενδεδειγμένων ενεργειών.

Ειδικότερα:

  • Η τότε περιφερειάρχης Αττικής Ρένας Δούρου συγκάλεσε το έκτακτο Σ.Ο.Π.Π., στις 20:30 το βράδυ και αφού η πυρκαγιά είχε πλέον αυτοκατασβεστεί. Ακόμη, δεν εισηγήθηκε έγκαιρα στο γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας την έκδοση απόφασης κήρυξης της περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
  • Ο τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και Διοικητής της Ε.Μ.Α.Κ. Στέφανος Κολοκούρης «δεν μερίμνησε να εκτελέσει άμεσα την εντολή, ώστε να βρεθεί τουλάχιστον στις 18.00 ή το ταχύτερο δυνατόν στον τόπο της πυρκαγιάς και να τεθεί επικεφαλής σε σχέδιο διάσωσης των πολιτών που κινδύνευαν, αλλά αντιθέτως παρέμεινε στην πυρκαγιά της Κινέττας μέχρι 19.59, ακολούθως μετέβη στις εγκαταστάσεις της ΕΜΑΚ στην Μαγούλα, αναχώρησε από εκεί μετά τις 20.30 και αφίχθη με μεγάλη καθυστέρηση στην περιοχή του συμβάντος στις 21.30».
  • Ο πρώην Δήμαρχος Μαραθώνα Ηλίας Ψινάκης «δεν μερίμνησε για την πλήρη απομάκρυνση της καύσιμης φυτικής ύλης, που βρίσκεται στην επιφάνεια του εδάφους, όπως τα φυλλοστρώματα, τα ξερά χόρτα, η ποώδης βλάστηση, τα φρύγανα καθώς και τα κείμενα ξερά κλαδιά κ.λπ., όπως και στην απομάκρυνση της βλάστησης γύρω από περιοχές ιδιαίτερης προστασίας, (…), προκειμένου να μειωθεί η πιθανότητα σε μία πυρκαγιά…».
  • Ο τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής Σωτήρης Τερζούδης, δεν μερίμνησε πρωτίστως, όπως όφειλε, για την προληπτική εναέρια επιτήρηση, για την μεταστάθμευση εναέριων μέσων λόγω καιρικών συνθηκών, με αποτέλεσμα τρία από τα πλέον αξιόπιστα επιχειρησιακά ελικόπτερα να μη μπορούν να απογειωθούν την κρίσιμη στιγμή.
  • Ο τότε υπαρχηγός Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος, Βασίλης Ματθαιόπουλος, ενώ ήταν αρμόδιος για το συντονισμό και τη διαχείριση σε εθνικό επίπεδο των δράσεων για την αντιμετώπιση πυρκαγιών με στόχο την ελαχιστοποίηση των συνεπειών τους, (…) ενώ γνώριζε ότι υπήρχε δείκτης επικινδυνότητας 4 για πυρκαγιά στην περιοχή της Αττικής «δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα σε επίπεδο πρόληψης και έκτακτης ανάγκης και δεν αξιοποίησε τον ημερήσιο χάρτη πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς με δείκτη επικινδυνότητας 4 και συγκεκριμένα δεν φρόντισε να υπάρχει επαρκής εναέρια επιτήρηση στην Αττική από τις πρώτες επικίνδυνες από άποψη πυρκαγιών ώρες (…) ούτε εκμεταλλεύτηκε επιχειρησιακά τη νεοσύστατη υπηρεσία μη επανδρωμένων αεροσκαφών drones, τα οποία μπορούν να κάνουν 24ωρη επιτήρηση, έχουν κάμερες και δίνουν άμεσες πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο στο Ε.Σ.Κ.Ε».
  • Ο τότε Διοικητής του Ε.Σ.Κ.Ε., Ιωάννης Φωστιέρης «ενώ γνώριζε ότι η πυρκαγιά στο Καλαμάκι Ισθμού ήταν έρπουσα σε θάμνους και η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη», ζήτησε το ελικόπτερο τύπου S-64 να φύγει από Νταού Πεντέλης και να κατευθυνθεί προς τις εγκαταστάσεις της MOTOR OIL.
  • Τέλος, ο ηλικιωμένος άνδρας, από αμέλεια τέσσερις με πέντε ώρες νωρίτερα είχε ανάψει φωτιά σε απερίφρακτο οικόπεδο που βρισκόταν δίπλα από την κατοικία του στο Νταού Πεντέλης, προκειμένου να κάψει κλαδιά.

«Εντούτοις δεν φρόντιζε, καίτοι, μπορούσε να την κατασβήσει πλήρως και αποτελεσματικά, δηλαδή με επαρκή ποσότητα νερού και κάλυψη με ικανή ποσότητα χώματος, με αποτέλεσμα τα υπολείμματα της καύσης, λόγω των επικρατουσών καιρικών συνθηκών, να φύγουν και να πυροδοτήσουν την παρακείμενη καύσιμη ύλη χαμηλού ύψους, η δε κατά τα ως άνω προκληθείσα φωτιά έλαβε διαστάσεις σημαντικής έκτασης εξαπλώθηκε σε δύο μέτωπα που κατευθύνονταν σε κατοικημένους οικιστικούς ιστούς».