Η 23η Ιουλίου στην Iστορία – Τι έριξε, τελικά, τη Χούντα;

49

Η περίοδος της δικτατορίας τελείωσε οριστικά όταν η χούντα του Ιωαννίδη κατέρρευσε στις 24 Ιουλίου 1974 κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Η εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε τέσσερις ημέρες νωρίτερα και αποτέλεσε παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η χούντα ήταν υπεύθυνη για την πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου, την οποία είχε οργανώσει η Αθήνα με τους ανθρώπους της στην Κύπρο. Παρόλα αυτά οι στρατιωτικοί στην Αθήνα φάνηκαν να αιφνιδιάζονται με την αντίδραση των Τούρκων, καθώς είχαν «παραπλανηθεί» από τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών. Η συνέπεια ήταν η ταχύτατη κατάληψη του 40% των εδαφών του νησιού, 3% με την επιχείρηση «Αττίλας Ι» και το υπόλοιπο με τον «Αττίλα ΙΙ».

Οι ακριβείς λεπτομέρειες αυτής της ξαφνικής και ραγδαίας κατάρρευσης παραμένουν άγνωστες. Αυτό που φαίνεται να συνέβη, όμως, είναι ότι το καθεστώς του Ιωαννίδη αυτοκαταστράφηκε, κυρίως μέσα από τους χειρισμούς του στην Κύπρο, αλλά και με δεδομένο ότι όχι μόνο δεν είχε καμία λαϊκή αποδοχή, αλλά αντιθέτως ο κόσμος ήταν πλέον έτοιμος να κάνει τα πάντα για να απαλλαγεί από αυτό.

Στις 24 Ιουλίου έφθασε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Ζισκάρ ντ’ Εσταίν. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου που μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, καταλήφθηκε με τον «Αττίλα ΙΙ» ο οποίος ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου του 1974, δηλαδή 20 ημέρες αφότου είχε αναλάβει η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, και ενώ Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις.

Οι πραξικοπηματίες τιμήθηκαν προαχθέντες, όπως ο Ιωαννίδης που προήχθη σε υποστράτηγο από τον υπουργό Ευάγγελο Αβέρωφ. Αργότερα συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για τη δράση τους στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Είχαν προηγηθεί διάφορα γεγονότα, τα οποία οδήγησαν τελικά στον τερματισμό της μακρόχρονης αυτής σκοτεινής περιόδου της Ελλάδας.

Το Δημοψήφισμα, το Πολυτεχνείο και το νέο πραξικόπημα

Το 1973 ο Παπαδόπουλος αποφάσισε να καταργήσει την Αντιβασιλεία και να εγκαταστήσει Προεδρική Δημοκρατία, με τον ίδιο Πρόεδρο. Το καθεστώς προχώρησε μάλιστα σε Δημοψήφισμα, ώστε να καταργηθεί η μοναρχία και να λάβει χώρα η πολιτειακή μεταβολή.

Σε μια προσπάθεια επιφανειακής «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, ο Παπαδόπουλος προανήγγειλε άνοιγμα στις πολιτικές δυνάμεις ορίζοντας πρωθυπουργό τον Σπυρίδονα Μαρκεζίνη, καθώς και λειτουργία Συνταγματικού δικαστηρίου.

Το εγχείρημα προκάλεσε αντιδράσεις, τόσο στους κύκλους των αδιάλλακτων πραξικοπηματιών, όσο και μεταξύ της φοιτητικής νεολαίας, κυρίως, η οποία το εξέλαβε ως υποκριτική αναδίπλωση. Τελικά ο Παπαδόπουλος ανετράπη από τους φανατικότερους του ιδίου δεξιούς εθνικιστές.

Η όλη διαδικασία θα τελειώσει με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη. Ήδη από τις αρχές του χρόνου είχαν σωρευτεί διάφορα γεγονότα, όπως η άνοδος των τιμών, η κρίση στην Κύπρο (με τη δράση της οργάνωσης «ΕΟΚΑ-Β»), αλλά και η κατάληψη της Νομικής Σχολής από φοιτητές του ιδρύματος. Όλα αυτά ενέτειναν τη γενική δυσαρέσκεια προς το καθεστώς και επιτάχυναν τις εξελίξεις.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου προκάλεσε μια σειρά γεγονότων που έβαλαν τέλος στις προσπάθειες του Παπαδόπουλου.

Ο ταξίαρχος, αρχηγός της στρατιωτικής αστυνομίας, Δημήτριος Ιωαννίδης, ένας δυσαρεστημένος και αδιάλλακτος χουντικός, χρησιμοποίησε την εξέγερση ως πρόφαση για να αποκαταστήσει τη δημόσια τάξη και οργάνωσε πραξικόπημα με το οποίο ανατράπηκε ο Παπαδόπουλος και η κυβέρνηση Μαρκεζίνη, στις 25 Νοεμβρίου 1973.

Αυτό το πραξικόπημα, σε αντίθεση με εκείνο του Απριλίου 1967, ήταν αναίμακτο, αφού οι δυνάμεις του Ιωαννίδη κινήθηκαν αστραπιαία, αιφνιδιάζοντας τον Παπαδόπουλο, ο οποίος τέθηκε σε περιορισμό κατ’ οίκον.

Με την επιβολή στρατιωτικού νόμου, η νέα χούντα διόρισε τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον οικονομολόγο Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο Πρωθυπουργό, αν και ο Ιωαννίδης παρέμεινε ο ισχυρός άνδρας.

Ο Ιωαννίδης ήταν πανίσχυρος: η στρατιωτική αστυνομία διέθετε απεριόριστη δικαιοδοσία να πατάσσει κάθε διαφωνία, ενώ ο ίδιος ο Ιωαννίδης κατά τη διάρκεια των ετών είχε αναπτύξει ένα σύστημα από χαφιέδες· νεαρούς αξιωματικούς, που τους είχε τοποθετήσει παντού το στράτευμα. Αυτοί οι αξιωματικοί, απολύτως υπάκουοι και φανατικά εθνικιστές, ήλεγχαν τα πάντα, τρομοκρατώντας ακόμα και τους στρατηγούς.

Η επέμβαση του Ιωαννίδη είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση κάθε μύθου περί ιδεαλισμού της χούντας. Φάνηκε ξεκάθαρα ότι αντί να επιδιώξει μία δημοκρατική λύση, το νέο καθεστώς αποτελούσε μία ακόμη πιο σκληρή συνέχεια του προηγούμενου.

Το νέο καθεστώς κατηγόρησε την προηγούμενη φατρία για παρέκκλιση από τις «Αρχές της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου» και διακήρυξε ότι έσωσε την «Επανάσταση» από τη φατρία Παπαδόπουλου.

Την ημέρα του κινήματος αναπτύχθηκαν τεθωρακισμένα σε κεντρικά σημεία των πόλεων ενώ μέσω ραδιοφώνου, με μουσική υπόκρουση τα κλασικά στρατιωτικά εμβατήρια, ανακοινώθηκε απαγόρευση της κυκλοφορίας, καθώς και ότι ο στρατός έπαιρνε πίσω τα ηνία της εξουσίας προκειμένου «να σωθούν οι αρχές της Επανάστασης».

Κεφάλαιο Κύπρος

Στο μεταξύ, ως ένθερμος αντικομμουνιστής, ο Ιωαννίδης υποπτευόταν τον Μακάριο για τους δεσμούς του με το κυπριακό κομμουνιστικό κόμμα. Ο ίδιος ενστερνιζόταν το ιδεώδες της «ένωσης» και τη δημιουργία μιας νέας ελληνικής αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα την Αθήνα. Μια ιδέα στην οποία αντιτίθετο ο Μακάριος, ο οποίος προσπαθούσε να διατηρήσει τις ισορροπίες.

Ο Μακάριος ζήτησε την αποχώρηση 650 Ελλήνων αξιωματικών που διοικούσαν την κυπριακή εθνοφρουρά. Ο Ιωαννίδης ανταπάντησε άμεσα με το μόνο τρόπο που ήξερε: Οργανώνοντας το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μακάριο, στις 15 Ιουλίου. Αυτό ήταν το μοιραίο του σφάλμα.

Η αλαζονεία των στρατιωτικών στην Αθήνα, δεν τους επέτρεψε να δουν το προφανές: Μια σύγκρουση με το λαοφιλή και διεθνούς εκτίμησης Μακάριο θα ήταν καταστροφική. Δεν τους ενδιέφερε όμως. Δεν είχαν ποτέ πολιτικό κριτήριο, όπως και οι προκάτοχοί τους εξάλλου.

Ως τη 19η Ιουλίου, ο εκτελών χρέη υπουργού εξωτερικών Κυπραίος επέμενε ότι οι Τούρκοι ουδέποτε θα εισέβαλαν στην Κύπρο και ότι όλο αυτό ήταν ένας «καυγάς» μεταξύ Ελλήνων που δεν θα επηρέαζε σε τίποτα την τουρκική κοινότητα του νησιού.

Η Άγκυρα εξέλαβε το πραξικόπημα ως άμεση απειλή κατά των εθνικών της συμφερόντων, εκμεταλλεύτηκε την αναστάτωση που δημιούργησε αυτό και το ξημέρωμα του Σαββάτου 20 Ιουλίου, η εισβολή ξεκίνησε.

Το επόμενο διήμερο, οι Αμερικάνοι προσπαθούσαν να αποτρέψουν τον πόλεμο μεταξύ δύο κρατών-συμμάχων του ΝΑΤΟ. Πηγές ανέφεραν ότι οι Αμερικάνοι πίστευαν πως η Αθήνα ήταν έτοιμη να εμπλακεί και να βγει από το ΝΑΤΟ αν χρειαζόταν και μεταξύ των απειλών τους ήταν η διακοπή κάθε αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα, σε περίπτωση που ανταπέδιδε τα πυρά.

Οι ισορροπίες δύναμης στην ελληνική κυβέρνηση άλλαξαν με έναν απρόσμενο τρόπο: Η γενική επιστράτευση της 20ής Ιουλίου αποκατέστησε την ιεραρχία στο στράτευμα. Με αφορμή τις επιχειρησιακές ανάγκες οι επικεφαλής των τριών όπλων ανέλαβαν την πρωτοβουλία των κινήσεων και αξιοποίησαν την ευκαιρία προκειμένου να παραμερίσουν τους «ιωαννιδικούς» αξιωματικούς.

Ο Ιωαννίδης βρέθηκε απομονωμένος, εκπροσωπώντας μόνο τη μερίδα του καθεστώτος που επιθυμούσε την ένοπλη σύρραξη με την Τουρκία. Οι ανώτατοι αξιωματικοί, από την πλευρά τους συνειδητοποιούσαν τις καταστροφές που θα μπορούσε να επιφέρει. Στην Ελλάδα το ηθικό ήταν χαμηλό, η επιστράτευση αποδείχθηκε χαοτική και αναποτελεσματική, κι οι Τούρκοι διέθεταν προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η χώρα ένοιωθε ότι η χούντα την είχε εμπλέξει σε μια περιπέτεια που κανείς δεν επιθυμούσε, ούτε οι πολίτες ούτε και ο στρατός όμως.

Το «πραξικόπημα των στρατηγών» και οι ΗΠΑ

Ακολούθησε ένα «πραξικόπημα των στρατηγών». Οι ανώτεροι στρατιωτικοί της χώρας, είχαν στηρίξει τον Ιωαννίδη προκειμένου να φύγει ο Παπαδόπουλος. Τώρα συνειδητοποιούσαν ότι τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα.

Στις 21 Ιουλίου ο Ιωαννίδης ξαφνικά «χάνεται» από τις διαπραγματεύσεις και οι Αμερικάνοι αρχίζουν να συνομιλούν με το ναύαρχο Αραπάκη. Την επόμενη μέρα ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η Αθήνα βρισκόταν στα πρόθυρα «μεγάλων καθεστωτικών αλλαγών».

Οι δηλώσεις του Κίσινγκερ λειτούργησαν ως καταλύτης, πείθοντας τους στρατηγούς ότι οι ΗΠΑ επιθυμούσαν αλλαγή ηγεσίας στην Ελλάδα.

Στις 23 Ιουλίου είχε πια ληφθεί η απόφαση να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας από πολιτικούς, και οκτώ πρώην πολιτικοί προσκλήθηκαν σε συνάντηση υπό τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, που ασκούσε ακόμη τα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Στη συνάντηση, κάποιοι υποστήριξαν να ανατεθεί η διακυβέρνηση της χώρας στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον πρωθυπουργό που είχαν ανατρέψει οι πραξικοπηματίες το 1967. Ο Κανελλόπουλος πίστευε ότι θα ήταν ο επόμενος πρωθυπουργός, και είχε αρχίσει να συντάσσει τον κατάλογο των υπουργών του.

Ο Γκιζίκης, όμως, τηλεφώνησε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή στο Παρίσι και του είπε ότι το έθνος βρισκόταν σε «απελπιστική κατάσταση» και τον χρειαζόταν. Στις 2 π.μ. της 24ης ιουλίου ο Καραμανλής προσγειωνόταν στην Αθήνα και τρεις ώρες αργότερα ορκιζόταν πρωθυπουργός.

Η χούντα που τρομοκρατούσε μια ολόκληρη χώρα επί επτά χρόνια, απεδείχθη τελικά ότι στηριζόταν ακριβώς πάνω σ’ αυτόν το φόβο:

Με το Πολυτεχνείο και τη Νομική απεδείχθη ότι ήταν ανίκανη να σταματήσει τον κόσμο, όταν αυτός αποφάσισε να αντιδράσει.

Με την Κύπρο ότι ήταν παντελώς ανίκανη να κυβερνήσει.

Κι εκεί τελείωσε.