Φως στον ύπνο: Ο κίνδυνος υπέρτασης, παχυσαρκίας και διαβήτη

Ακόμη και ο χαμηλός φωτισμός μπορεί να διαταράξει τον ύπνο, αυξάνοντας τον κίνδυνο σοβαρών προβλημάτων υγείας στους ηλικιωμένους, σύμφωνα με μια νέα μελέτη.

36

«Η έκθεση σε οποιαδήποτε ποσότητα φωτός κατά την περίοδο του ύπνου συσχετίστηκε με τον υψηλότερο επιπολασμό του διαβήτη, της παχυσαρκίας και της υπέρτασης τόσο στους ηλικιωμένους άνδρες όσο και στις γυναίκες», δήλωσε η βασική συγγραφέας Phyllis Zee, επικεφαλής της ιατρικής ύπνου στο Northwestern University Feinberg School of Medicine στο Σικάγο.

«Οι άνθρωποι θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να αποφύγουν ή να ελαχιστοποιήσουν την ποσότητα φωτός στην οποία που εκτίθενται κατά τη διάρκεια του ύπνου», πρόσθεσε.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα από τη Zee και τους συνεργάτες της εξέτασε τον ρόλο του φωτός στον ύπνο υγιών ενηλίκων στην ηλικία των 20. Αρκούσε μία νύχτα με χαμηλό φως, όπως αυτό που εκπέμπει μια τηλεόραση χωρίς ήχο για να αυξήσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και τον καρδιακό ρυθμό των νέων κατά τη διάρκεια πειράματος στο εργαστήριο ύπνου.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ο αυξημένος καρδιακός ρυθμός τη νύχτα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για μελλοντικές καρδιοπάθειες και πρόωρο θάνατο, ενώ τα υψηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι σημάδι αντίστασης στην ινσουλίνη, η οποία μπορεί τελικά να οδηγήσει σε διαβήτη τύπου 2.

Το χαμηλό φως εισήλθε μέσω των βλεφάρων και διέκοψε τον ύπνο στους νεαρούς ενήλικες παρά το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες κοιμόντουσαν με κλειστά μάτια, είπε η Zee. Ακόμη και αυτή η ελάχιστη ποσότητα φωτός δημιούργησε έλλειμμα ύπνου στη φάση REM (έχει προκύψει από τη φράση rapid eye movements που περιγράφει τις ταχύτατες κινήσεις που εκτελούν τα μάτια κατά τη φάση αυτή), στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιείται η περισσότερη κυτταρική ανανέωση.

Η νέα μελέτη, επικεντρώθηκε σε ηλικιωμένους που ήδη διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για διαβήτη και καρδιαγγειακές παθήσεις.

Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν υπάρχει διαφορά στη συχνότητα αυτών των ασθενειών που σχετίζονται με την έκθεση στο φως τη νύχτα.

Η νέα μελέτη πραγματοποιήθηκε σε πραγματικό περιβάλλον και όχι σε εργαστήριο ύπνου. Οι ερευνητές έδωσαν σε 552 άνδρες και γυναίκες μεταξύ 63 και 84 ετών έναν ακτιγράφο, μια μικρή συσκευή που φοριέται σαν ρολόι χειρός και μετρά τους κύκλους ύπνου, τη μέση κίνηση και την έκθεση στο φως.

«Στην πραγματικότητα μετράμε την ποσότητα φωτός στην οποία εκτίθεται το άτομο με έναν αισθητήρα στο σώμα του και το συγκρίνουμε με τη δραστηριότητά του στον ύπνο και την εγρήγορση σε μια περίοδο 24 ωρών», είπε η Ζι. «Αυτό που νομίζω ότι είναι διαφορετικό και αξιοσημείωτο στη μελέτη μας είναι ότι έχουμε πραγματικά αντικειμενικά δεδομένα με αυτήν τη μέθοδο».

Οι ερευνητές δήλωσαν έκπληκτοι όταν ανακάλυψαν ότι λιγότεροι από τους μισούς άνδρες και γυναίκες συμμετέχοντες στη μελέτη κοιμούνταν σταθερά στο σκοτάδι για τουλάχιστον πέντε ώρες κάθε μέρα.

«Πάνω από το 53% ήταν εκτεθειμένοι σε λίγο φως κατά τη διάρκεια της νύχτας», είπε. «Σε δεύτερη ανάλυση, βρήκαμε ότι όσοι ήταν εκτεθειμένοι σε περισσότερο φως τη νύχτα ήταν επίσης οι πιο πιθανό να πάσχουν από διαβήτη, παχυσαρκία ή υπέρταση».

Η Zee πρόσθεσε ότι οι άνθρωποι που κοιμόντουσαν με υψηλότερα επίπεδα φωτός είχαν περισσότερες πιθανότητες να πάνε για ύπνο αργότερα και να σηκωθούν αργότερα, και «ξέρουμε ότι όσοι κοιμούνται αργά τείνουν να έχουν επίσης υψηλότερο κίνδυνο για καρδιαγγειακές και μεταβολικές διαταραχές».

Τι να κάνετε

Για να μειώσετε τα επίπεδα φωτός τη νύχτα, τοποθετήστε το κρεβάτι σας μακριά από τα παράθυρα ή τοποθετήστε σκίαστρα που εμποδίζουν το φως.

Μην φορτίζετε υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα στην κρεβατοκάμαρά σας, καθώς το μπλε φως που εκπέμπουν οι συσκευές αυτές μπορεί να διαταράξει τον ύπνο σας.

Εάν νιώθετε ότι το φως σας ενοχλεί, δοκιμάστε μια μάσκα ύπνου.

Εάν πρέπει να σηκωθείτε, μην ανάψετε τα φώτα, αν δεν είναι απαραίτητο.

Αν πηγαίνετε τακτικά τουαλέτα, τοποθετήστε κάποιο φωτάκι νυκτός πορτοκαλί ή κόκκινου χρώματος που είναι λιγότερο διεισδυτικό και διαταράσσει λιγότερο τον κιρκάδιο ρυθμό σε σχέση με το μπλε.

Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Sleep.