19 Απριλίου : Μεγάλη Τρίτη – Των Δέκα Παρθένων / Το Τροπάριο της Κασσιανής

79

Μεγάλη Τρίτη – Των Δέκα Παρθένων: Σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Μεγάλη Τρίτη η ημέρα Τρίτη της Μεγάλης Εβδομάδας ή Εβδομάδας των Παθών του Ιησού Χριστού.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το τηρούμενο Μηναίο ή Μηνολόγιο, η Μεγάλη Τρίτη είναι αφιερωμένη αφενός στη μνεία του ιερού ευαγγελίου που αναφέρεται στη δριμύτατη καταγγελία του Ιησού κατά των θρησκευτικών αρχηγών του Ισραήλ, των Γραμματέων και των Φαρισαίων, και αφετέρου στην παραβολή των δέκα παρθένων.

Στον Όρθρο διαβάζεται από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (22, 15- 23, 39) η καταδίκη των Φαρισαίων. Στην Ακολουθία συνεχίζεται η ανάγνωση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου όπου γίνεται λόγος για το Τέλος. Γι’ αυτό μιλούν και οι δύο παραβολές της ημέρας. Η πρώτη είναι η παραβολή των δέκα παρθένων. «Πέντε εξ αυτών ήσαν φρόνιμοι» και είχαν πάρει μαζί με τα λυχνάρια τους και αρκετό λάδι, «πέντε ήσαν μωραί», τα λυχνάρια τους έσβησαν και δεν έγιναν δεκτές στο γαμήλιο δείπνο.

Τι αναφέρει η παραβολή των δέκα παρθένων

Πέντε φρόνιμες και πέντε μωρές παρθένες περιμένουν το Νυμφίο (γαμπρό) να έλθει να παραλάβει τη νύφη. Οι φρόνιμες, που είχαν προνοήσει φρόντισαν να πάρουν μαζί τους λάδι ώστε να έχουν για να φωτίζουν τα λυχνάρια τους. Δεν ισχύει το ίδιο όμως και για τις μωρές, οι οποίες λόγω της αργοπορίας του Νυμφίου αποκοιμήθηκαν. Έτσι όταν ακούγεται η φωνή «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ψάχνουν να βρουν λάδι για να ανάψουν τα σβησμένα λυχνάρια τους, με αποτέλεσμα να μένουν «εκτός νυμφώνος».

Η άλλη παραβολή είναι των ταλάντων που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.

Το βράδυ ψάλλεται ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης όπου είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47) που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο, και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο, ενώ ψάλλεται ένα από τα πιο γνωστά και δημοφιλή τροπάρια της θρησκευτικής υμνολογίας, το τροπάριο της Κασσιανής.

Το Τροπάριο της Κασσιανής, είναι ένα αριστούργημα: συγκινητικό, πλήρες, κομψό, γεμάτο μεστά νοήματα και εκφραστικό πλούτο, υπέροχο. Και ο θρύλος που το συνοδεύει είναι κι αυτός θαυμάσιος

Η μοναχή Κασσιανή, ή Κασσία, ή Ικασία, γεννήθηκε περίπου στα 810 και συμμετείχε στην αντίσταση κατά των εικονομάχων. Η πένα της, που ήταν απαράμιλλη, συνέτεινε στο να επισκιαστούν οι σύγχρονές της υμνογράφοι- μελωδοί. Θεωρείται η πλέον επιφανής γυναίκα μελωδός στο Βυζάντιο. Πατριάρχες της εποχής σφετερίστηκαν τα κείμενά της και μέχρι σήμερα πιστεύουμε πως εκείνοι τα έγραψαν…

Η Κασσιανή ήταν ανάμεσα στις παρθένες, ευγενικής καταγωγής, που συνάντησε ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Θεόφιλος για να επιλέξει ανάμεσά τους την μέλλουσα σύζυγό του. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για γεγονός ή για μύθο, πάντως αναφέρεται μια συναρπαστική σκηνή. Η Κασσιανή θάμπωσε με την ομορφιά της τον νεαρό και ήθελε να της δώσει το χρυσό μήλο. Όμως, έκανε το λάθος να της μιλήσει.

«Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» (από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά) της είπε ο αυτοκράτορας, έχοντας υπόψη του την Εύα. Εκείνη είχε άποψη και την είπε: «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείτω» του απάντησε (αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλά) έχοντας στο νου της την Παναγία. Ο Θεόφιλος ταράχθηκε, προχώρησε στην επομένη, τη Θεοδώρα, και της έδωσε το μήλο.

Η Κασσιανή το 843 ίδρυσε κοινόβιο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με το μύθο μόνασε καθώς δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το γεγονός ότι δεν έγινε αυτοκράτειρα. Αλλά ούτε και ο Θεόφιλος μπόρεσε να την ξεπεράσει. Έκτισε το μοναστήρι με δικά της χρήματα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση. Συνέθετε εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, ιδιόμελα, αξιοποιώντας το σπουδαίο ταλέντο της. Έγραψε 50 ύμνους, από τους οποίους οι 23 περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επίσης, μέχρι σήμερα έχουν διασωθεί 789 μη λειτουργικοί της στίχοι, κυρίως «γνωμικά».

Όμως μια μέρα, ο Θεόφιλος την επισκέφθηκε στο μοναστήρι. Εκείνη δεν επιθυμούσε να τον αντικρίσει και κρύφτηκε, αφήνοντας στο τραπέζι τον ύμνο του τροπαρίου μισοτελειωμένο. Σύμφωνα με το μύθο, ο αυτοκράτορας βούτηξε τ0 φτερό στο μελάνι και τον συμπλήρωσε προσθέτοντας τον στίχο: «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». (Ενώ ήταν στον παράδεισο, η Εύα, το δειλινό, άκουσε κρότο και από τον φόβο της κρύφτηκε υποτίθεται πως είναι η μετάφραση. Στην πραγματικότητα, η Εύα δεν θα μπορούσε να είναι παρά ως «ούσα» και όχι «ων». Το «ων» ταιριάζει στους «αχράντους πόδας» του Θεού που αναφέρονται στον προηγούμενο στίχο και η μετάφραση γίνεται: των οποίων τον κρότο (των άχραντων ποδών) αφού/ επειδή άκουσε στον παράδεισο η Εύα το δειλινό, κρύφτηκε από φόβο). Εκείνη δεν διέγραψε τη φράση, αντίθετα συνέχισε και ολοκλήρωσε το έργο της.

Η Κασσιανή εμπνεύστηκε το Ιδιόμελο αυτό τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνθηκε την ανάγκη να του εκφράσει τον ευγνωμοσύνη και την αφοσίωσή της. Αγόρασε αρώματα, ντύθηκε σεμνά και με δάκρυα έπλυνε τα πόδια του Χριστού και τα σκούπισε με τα λυτά μαλλιά της.

Κατά τον Βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ: «H Κασσιανή ήταν μία εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης αναφερόμενος στο έργο της είπε: «Το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το τροπάριο

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή,
την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ•
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους Ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει•
καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις•
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους,
τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».