Αντιμετωπίζοντας την πανδημία της παχυσαρκίας

Δεκάδες μελέτες σε όλο τον κόσμο κατέγραψαν σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειές μας την τελευταία διετία, αν και δεν ήταν οι ίδιες σε όλους τους ανθρώπους, αφού δεν επηρεάστηκαν εξίσου και με τον ίδιο τρόπο από τη νέα πραγματικότητα.

248

Πανδημία και παχυσαρκία προκάλεσε ο νέος κοροναϊός, καθώς οι περιορισμοί και η ανασφάλεια που βιώσαμε είχαν αντίκτυπο στην καθημερινότητα, τις συνήθειες και το σωματικό βάρος μας.

Δεκάδες μελέτες σε όλο τον κόσμο κατέγραψαν σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειές μας την τελευταία διετία, αν και δεν ήταν οι ίδιες σε όλους τους ανθρώπους, αφού δεν επηρεάστηκαν εξίσου και με τον ίδιο τρόπο από τη νέα πραγματικότητα.

Ανάλογα ευρήματα είχαν δεκάδες άλλες μελέτες σε χώρες οι οποίες έδειξαν πως παρότι ο περισσότερος κόσμος τρώει πλέον συχνότερα στο σπίτι του, πολλοί  προσλαμβάνουν περισσότερες και φτωχής ποιότητας θερμίδες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι διατροφικές επιλογές των πολιτών επηρεάστηκαν από την οικονομική ανασφάλεια που επέφερε η πανδημία. Η παρατεταμένη αλλαγή στις εργασιακές συνθήκες λόγω των περιορισμών, έπληξε σημαντικά την οικονομία. Πολλοί εργαζόμενοι, για να αντέξουν αυτές τις αλλαγές, άρχισαν να προμηθεύονται ολοένα φθηνότερη τροφή.

Σημαντικές αλλαγές, όμως, υπήρξαν και στο επίπεδο της σωματικής δραστηριότητας, η οποία μειώθηκε σημαντικά την περίοδο των περιορισμών στις μετακινήσεις και στη χρήση χώρων αθλήσεως. Πολυάριθμες μελέτες ανά τον κόσμο έδειξαν ότι η φυσική δραστηριότητα μειώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία, ενώ αυξήθηκε η καθιστική ζωή.

Σε μια ελληνική μελέτη σχεδόν τέσσερις στους δέκα εθελοντές ανέφεραν μειωμένη, υψηλής και μέτριας έντασης, φυσική δραστηριότητα στη διάρκεια της πανδημίας, ενώ περισσότερο από το 31% είπαν ότι περπατούν λιγότερο απ’ ό,τι πριν εισβάλλει ο κοροναϊός

στη ζωή μας.

Όλα αυτά είχαν συνέπειες στο σωματικό βάρος πολλών ανθρώπων. Διεθνείς μελέτες κατέδειξαν αύξηση του σωματικού βάρους σε μικρούς και μεγάλους, καθώς και αύξηση του επιπολασμού της παιδικής παχυσαρκίας. Η συνδυασμένη ανάλυση 36 κλινικών μελετών με περισσότερους από 59.000 συμμετέχοντες από 32 χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έδειξε ότι σημαντικό ποσοστό εξ αυτών (από 11% έως και 72%) είχαν παρουσιάσει αύξηση του σωματικού βάρους τους.

Πανδημία και παχυσαρκία προκάλεσε ο νέος κορωνοϊός, καθώς οι περιορισμοί και η ανασφάλεια που βιώσαμε είχαν αντίκτυπο στην καθημερινότητα, τις συνήθειες και το σωματικό βάρος μας.

Δεκάδες μελέτες σε όλο τον κόσμο κατέγραψαν σημαντικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειές μας την τελευταία διετία, αν και δεν ήταν οι ίδιες σε όλους τους ανθρώπους, αφού δεν επηρεάστηκαν εξίσου και με τον ίδιο τρόπο από τη νέα πραγματικότητα.

Remaining Time-0:00
Fullscreen
Mute

Μολονότι οι περισσότεροι ερωτηθέντες είπαν ότι πλέον τρώνε λιγότερο συχνά εκτός σπιτιού και μαγειρεύουν περισσότερο εντός, παραδέχτηκαν επίσης ότι έχουν αυξήσει την κατανάλωση ζυμαρικών και τηγανητών φαγητών.

Ανάλογα ευρήματα είχαν δεκάδες άλλες μελέτες σε χώρες οι οποίες έδειξαν πως παρότι ο περισσότερος κόσμος τρώει πλέον συχνότερα στο σπίτι του, πολλοί  προσλαμβάνουν περισσότερες και φτωχής ποιότητας θερμίδες.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι διατροφικές επιλογές των πολιτών επηρεάστηκαν από την οικονομική ανασφάλεια που επέφερε η πανδημία. Η παρατεταμένη αλλαγή στις εργασιακές συνθήκες λόγω των περιορισμών, έπληξε σημαντικά την οικονομία. Πολλοί εργαζόμενοι, για να αντέξουν αυτές τις αλλαγές, άρχισαν να προμηθεύονται ολοένα φθηνότερη τροφή.

Σημαντικές αλλαγές, όμως, υπήρξαν και στο επίπεδο της σωματικής δραστηριότητας, η οποία μειώθηκε σημαντικά την περίοδο των περιορισμών στις μετακινήσεις και στη χρήση χώρων αθλήσεως. Πολυάριθμες μελέτες ανά τον κόσμο έδειξαν ότι η φυσική δραστηριότητα μειώθηκε σημαντικά κατά την πανδημία, ενώ αυξήθηκε η καθιστική ζωή.

Σε μια ελληνική μελέτη σχεδόν τέσσερις στους δέκα εθελοντές ανέφεραν μειωμένη, υψηλής και μέτριας έντασης, φυσική δραστηριότητα στη διάρκεια της πανδημίας, ενώ περισσότερο από το 31% είπαν ότι περπατούν λιγότερο απ’ ό,τι πριν εισβάλλει ο κορωνοϊός στη ζωή μας.

Όλα αυτά είχαν συνέπειες στο σωματικό βάρος πολλών ανθρώπων. Διεθνείς μελέτες κατέδειξαν αύξηση του σωματικού βάρους σε μικρούς και μεγάλους, καθώς και αύξηση του επιπολασμού της παιδικής παχυσαρκίας. Η συνδυασμένη ανάλυση 36 κλινικών μελετών με περισσότερους από 59.000 συμμετέχοντες από 32 χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έδειξε ότι σημαντικό ποσοστό εξ αυτών (από 11% έως και 72%) είχαν παρουσιάσει αύξηση του σωματικού βάρους τους.

«Το υπερβάλλον σωματικό βάρος αποτελούσε μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, αλλά ως φαίνεται επιδεινώθηκε στη διάρκειά της», επισημαίνει ο Διαιτολόγος-Διατροφολόγος δρ Αναστάσιος Παπαλαζάρου. «Περισσότεροι από ένας στους δύο ενήλικες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν βάρος μεγαλύτερο από το κανονικό, με τα ποσοστά της παχυσαρκίας να έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί τα τελευταία 40 χρόνια. Δυστυχώς, η κακή διατροφή, η παχυσαρκία και τα συνοδά νοσήματα που αυτή επιφέρει έχουν βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες ζωές».

Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν πως η παχυσαρκία δεν μπορεί να νικηθεί. «Η τροποποίηση των προβληματικών συμπεριφορών και η αντικατάσταση των ανθυγιεινών συνηθειών με νέες, πιο υγιεινές αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της επιτυχίας για τον μακροχρόνιο έλεγχο του σωματικού βάρους», λέει ο κ. Παπαλαζάρου. «Γιατί ο σκοπός δεν είναι απλώς να χάσει κάποιος τα περιττά του κιλά, αλλά και να μην τα ξαναπάρει».

Αυτό όμως αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι οι προσπάθειες αδυνατίσματος παγκοσμίως έχουν ποσοστό αποτυχίας που υπερβαίνει το 90%. «Είναι γεγονός ότι καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από κάθε είδους τρόπους αδυνατίσματος. Δίαιτες χαμηλών θερμίδων, κετογονικές, διαλλειματικές, προγράμματα αποτοξίνωσης, χάπια που κόβουν την όρεξη, θαυματουργά μηχανήματα που λιπολύουν και χειρουργικές επεμβάσεις είναι μερικοί από αυτούς.

Ωστόσο τίποτε από όλα αυτά δεν θα έχει μόνιμο αποτέλεσμα, αν ο ασθενής δεν γίνει ο κυρίαρχος της προσπάθειας. Μπορεί κάποιος να χάσει πρόσκαιρα βάρος, αλλά για να το διατηρήσει πρέπει να τροποποιήσει τη σχέση του με το φαγητό και τη διαιτητική του συμπεριφορά», τονίζει.

Πρακτικά αυτό σημαίνει πως πρέπει να μάθετε τις ορθές, βασικές διατροφικές αρχές, πώς να προσαρμόζετε ένα «απαγορευμένο» τρόφιμο ανώδυνα στο διαιτολόγιό σας, πώς να διαβάζετε τις ετικέτες των τροφίμων για να κάνετε τις σωστές επιλογές, πώς να αναγνωρίζετε και να αποφεύγετε τις διατροφικές «παγίδες», πώς να αγοράζετε τα κατάλληλα τρόφιμα από το σούπερ μάρκετ, πώς να συμπεριφέρεστε σε έναν μπουφέ, πώς να αναγνωρίζετε τα fakenews και τα hoaxes των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και πολλά άλλα.

«Το μόνιμο αδυνάτισμα προϋποθέτει να αλλάξουν οι συμπεριφορές που μας οδήγησαν έως εδώ», εξηγεί ο κ. Παπαλαζάρου. «Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω ειδικών προγραμμάτων, που περιλαμβάνουν σύγχρονες τεχνικές τροποποίησης της συμπεριφοράς όπως η αυτοκαταγραφή, η στοχοθεσία, ο έλεγχος του εξωτερικού ερεθίσματος και η αυτοαξιολόγηση».

Τις νέες συμπεριφορές μπορεί στη συνέχεια να εφαρμόσει στην πράξη ο ασθενής, καταρτίζοντας στην αρχή το διατροφικό πρόγραμμά του με τη βοήθεια του διαιτολόγου του.

Η ολιστική αυτή προσέγγιση στην εποχή της πανδημίας γίνεται και εξ αποστάσεως. «Το online πρόγραμμα αδυνατίσματος χωρίς δίαιτα που εφαρμόζουμε, κάθε μήνα συμπεριλαμβάνει τέσσερις εβδομαδιαίες συνεδρίες εκπαίδευσης σε ομάδες των 3-5 ατόμων, δύο εξατομικευμένες συνεδρίες με τον προσωπικό διαιτολόγο και εξατομικευμένες συστάσεις τροποποίησης συμπεριφοράς μέσω ενός ειδικά σχεδιασμένου app», εξηγεί ο κ. Παπαλαζάρου. «Με αυτό τον τρόπο ο ασθενής γίνεται ο διαιτολόγος του εαυτού του και αποκομίζει στατιστικά σημαντική απώλεια σωματικού βάρους, μείωση του σωματικού λίπους και βελτίωση των διατροφικών συνηθειών του».

Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η παχυσαρκία έχει πλέον λάβει διαστάσεις πανδημίας, με τουλάχιστον 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο λόγω των περιττών τους κιλών. Τα κιλά αυτά ενοχοποιούνται για πολλά και σοβαρά νοσήματα, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνονται η καρδιοπάθεια και 13 διαφορετικές μορφές καρκίνου (όπως ο καρκίνος του μαστού μετά την εμμηνόπαυση, το αδενοκαρκίνωμα του οισοφάγου και ο καρκίνος του παχέος εντέρου).

Πρόσθετο πρόβλημα δημιουργεί το κόστος για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, το οποίο έχει αυξηθεί κατακόρυφα τις τελευταίες δεκαετίες και αυξάνεται συνεχώς.