Η Νομική διάσταση του “παγώματος” των ερευνών για υδρογονάνθρακες νοτίως και νοτιοδυτικώς της Κρήτης

154

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα*

Η αναστάτωση που προξένησε το αμερικανικό non paper όσον αφορά την προτεινόμενη και πιθανή(;) ματαίωση της κατασκευής του αγωγού Eastmed επισκίασε μια άλλη σπουδαία είδηση που πρόσφατα έγινε γνωστή (https://www.capital.gr/oikonomia/3607292/-pagonoun-oi-ereunes-gia-udrogonanthrakes-stin-kriti). Η Κοινοπραξία των εταιριών ExxonMobil (με ποσοστό 40%), Total (με ποσοστό 40%) και ΕΛΠΕ (με ποσοστό 20%) που ως μισθώτρια θα εκμεταλλευτεί(;) τα θαλάσσια ‘‘οικόπεδα’’ νοτίως και νοτιοδυτικώς της Κρήτης (ίδετε τον Χάρτη), φέρεται να γνωστοποίησε στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ) την πρόθεσή της να μην προβεί σε σεισμικές έρευνες στις άνω ήδη μισθωμένες από το Ελληνικό Δημόσιο θαλάσσιες περιοχές.

Ο xάρτης απεικονίζει τις θαλάσσιες περιοχές αναζήτησης και αξιοποίησης υδρογονανθράκων νοτίως και νοτιοδυτικώς της Κρήτης.
*Το μίσθωμα που η μισθώτρια των θαλασσίων ‘‘οικοπέδων’’ οφείλει στο Δημόσιο, με βάση τον νόμο, συνδέεται με το λόγο R/C, όπου R είναι τα σωρευτικά ακαθάριστα έσοδα και C τα σωρευτικά έξοδα. Το μίσθωμα με τον λόγο R/C (Συντελεστή R) βάσει μιας μεταβλητής κλίμακας συγκεκριμένων διαβαθμίσεων της αναλογίας εσόδων και εξόδων κυμαίνεται από ένα κατώτερο όριο 4% επί της παραγόμενης ποσότητας υδρογονανθράκων, σε χρήμα ή σε είδος, αν ο συντελεστής R είναι μικρότερος ή ίσος του 0,5.
*Η δήλωση που είχε κάνει τον Απρίλιο του 2021 στο ‘‘Arab News’’ ο κ. Δένδιας έχει επακριβώς ως εξής: «Η Ελλάδα πιστεύει στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και δεν πρόκειται να αρχίσει να σκάβει τον βυθό της Μεσογείου για να βρει αέριο και πετρέλαιο, για έναν πολύ απλό λόγο… Χρειαζόμαστε 10 με 20 χρόνια για να το βρούμε και να το εκμεταλλευτούμε, και από οικονομική άποψη θα ήταν πολύ πιο ακριβό για παράδειγμα από το δικό σας, της Σαουδικής Αραβίας. Έτσι, οικονομικά δεν οραματίζομαι την Ελλάδα να γίνει χώρα παραγωγής πετρελαίου». (ίδετε https://energypress.gr/news/vomva-dendia-i-ellada-den-tha-ginei-hora-paragogis-ydrogonanthrakon-den-tha-arhisei-na-skavei).

Οι εν λόγω θαλάσσιες περιοχές οριοθετήθηκαν αρχικώς από το Ελληνικό Δημόσιο, συμπεριλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Ελλάδας (σχετικά με τους όρους χορήγησης και χρήσης των αδειών αναζήτησης, έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων) με βάση την οδηγία 94/22/ΕΚ στην εφημερίδα της ΕΕ και κατόπιν προκήρυξης δημόσιου διαγωνισμού το 2017 (Αριθμ. ΥΠΕΝ/ΥΠΡΓ/14325/4348, ΦΕΚ 2848 Β’, 2017, https://www.greekhydrocarbons.gr/pdfs/BlockDocuments/2848B_2017_Call_for_Tenders_Crete.pdf) παραχωρήθηκαν δια μισθώσεως στην άνω Κοινοπραξία προς έρευνα και αξιοποίηση του πιθανολογικά υπαρκτού υποθαλάσσιου ενεργειακού τους πλούτου.

Τις δύο συμβάσεις, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, ως εκμισθώτρια, υπέγραψε η ΕΔΕΥ και εν συνεχεία αυτές κυρώθηκαν με νόμους, ήτοι με τον Ν. 4628/2019 που αφορά το θαλάσσιο ‘‘οικόπεδο’’ νοτιοδυτικά της Κρήτης και με τον Ν. 4631/2019 αναφορικά με το αντίστοιχο ‘‘οικόπεδο’’ νότια του νησιού.

Αν ευσταθούν, λοιπόν, οι πληροφορίες για το ‘‘πάγωμα’’ των συγκεκριμένων αυτών ερευνών, το θεμελιώδες ερώτημα είναι αν έχει ή αν μπορεί να έχει νομικές συνέπειες η μη πραγματοποίηση τελικά ερευνών από τη μισθώτρια Κοινοπραξία στις θαλάσσιες περιοχές πέριξ της Κρήτης.

Καταρχάς, με βάση τις δύο ομοειδείς συμβάσεις μισθώσεως, το βασικό στάδιο ερευνών (για τον εντοπισμό και τη διακρίβωση της ύπαρξης υδρογονανθράκων), το οποίο είναι και λογικά και νομοτεχνικά το πρώτο σε χρονική σειρά θεματικό αντικείμενό τους, αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των δύο άνω κυρωτικών νόμων (Οκτώβριος του 2019) και μπορεί να διαρκέσει οκτώ έτη. Το στάδιο ερευνών διαιρείται, όμως, σε επιμέρους φάσεις. H πρώτη φάση μπορεί να διαρκέσει τρία χρόνια, άλλα τρία η δεύτερη φάση και δύο χρόνια η τρίτη φάση.

Κατά την πρώτη (τριετή) φάση των ερευνών (με χρονική αφετηρία τον Οκτώβριο του 2019) που κρίσιμο είναι να έχουμε υπόψη ότι διαρκεί μέχρι τον Οκτώβριο του 2022,  η Κοινοπραξία υποχρεούται συμβατικά να ολοκληρώσει το πρόγραμμα ‘‘ελάχιστων εργασιών’’ και να υλοποιήσει την προβλεπόμενη για το στάδιο αυτό ‘‘ελάχιστη δαπάνη’’. Ειδικότερα, η μισθώτρια Κοινοπραξία κατά την πρώτη φάση των ερευνών θα πρέπει τουλάχιστον να έχει πραγματοποιήσει μια δισδιάστατη (2D) σεισμική έρευνα (για την πιθανή ύπαρξη υδρογονανθράκων) με σκοπό την πρόσκτηση 2D σεισμικών δεδομένων και δη σε θαλάσσιο βάθος 3.250 μέτρων, να έχει προβεί σε μία, το λιγότερο, επιφανειακή γεωχημική έρευνα (SGE) και, από την άλλη, να έχει δαπανήσει, εκπληρώνοντας μινιμαλιστικό συμβατικό όρο, 5 εκατ. ευρώ.

Η λήξη της τριετίας της πρώτης φάσης των ερευνών πλησιάζει (δεν είναι δα και πολύ μακριά ο Οκτώβριος) και η Κοινοπραξία φέρεται όχι μόνο να μην έχει ανταποκριθεί στις ελάχιστες συμβατικές της υποχρεώσεις αλλά και να έχει ανακοινώσει, από πάνω, ότι (προς το παρόν;) δεν θα προβεί σε έρευνες. Σύμφωνα με τις συμβάσεις μισθώσεως (αρ. 2 περιπτ. δ. των δύο παραπάνω νόμων), ωστόσο, σε περίπτωση που, πριν τη λήξη της πρώτης φάσης των ερευνών, ή ανάλογα με την περίπτωση, πριν τη λήξη της δεύτερης φάσης, η μισθώτρια Κοινοπραξία δεν έχει υποβάλλει γνωστοποίηση προς τον Εκμισθωτή των ‘‘οικοπέδων’’, ήτοι την ΕΔΕΥ, ότι ολοκλήρωσε το Πρόγραμμα Ελάχιστων Εργασιών και την Υποχρέωση Ελάχιστης Δαπάνης που σχετίζονται με αυτό το αρχικό στάδιο των ερευνών (πρώτη φάση), τότε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της μισθώτριας αναφορικά με αμφότερες τις ‘‘συμβατικές (θαλάσσιες) περιοχές’’ παύουν να υφίστανται και, με την επιφύλαξη πάντοτε των υποχρεώσεων της μισθώτριας, που έχουν ήδη γεννηθεί δυνάμει των συμβάσεων μισθώσεως, θα θεωρούνται καταργηθέντα.

Βέβαια, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη (άρθρο 21 των δύο άνω νόμων), στο ενδεχόμενο διαπίστωσης παράβασης θεμελιακών όρων των δύο συμβάσεων, όπως τέτοιος όρος σύμφωνα με το νόμο των υδρογονανθράκων (αρ. 10§8 του Ν. 2289/1995) είναι η διενέργεια των ελαχίστων προαπαιτούμενων από τη μισθώτρια κατά την πρώτη φάση του σταδίου έρευνας, ο εκμισθωτής (η ΕΔΕΥ) δύναται να κοινοποιήσει έγγραφη ειδοποίηση, εντός 6 μηνών, από τότε που έλαβε γνώση της συγκεκριμένης παράβασης, με την οποία δικαιούται να καλέσει τη μισθώτρια να αποκαταστήσει την παραβίαση ή να τον αποζημιώσει (το Ελληνικό Δημόσιο δηλαδή) για κάθε ζημία ή απώλεια που προκλήθηκε από την αντισυμβατική της συμπεριφορά. Εάν η μισθώτρια Κοινοπραξία δεν αποκαταστήσει την παραβίαση εντός του ταχθέντος χρόνου και εφόσον δεν επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός μεταξύ των Μερών (έκαστο εντός των επόμενων ενενήντα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της ειδοποίησης), τότε ο Εκμισθωτής (ΕΔΕΥ) δύναται να καταγγείλει τις συμβάσεις μισθώσεως με περαιτέρω ειδοποίηση προς τη μισθώτρια.

Σε περίπτωση μάλιστα που η μισθώτρια κηρυχθεί έκπτωτη με τη διαδικασία που στους δύο άνω νόμους περιγράφεται (αρ. 21 Ν. 4628/19 και Ν. 4631/19), το Ελληνικό Δημόσιο δικαιούται περαιτέρω να ζητήσει αποζημίωση που να καλύπτει κάθε θετική και αποθετική ζημία του. Τα όποια δικαιώματά του, όμως, αποσβέννυνται μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη στιγμή που αυτό (το Δημόσιο δηλ.) έλαβε γνώση του λόγου της εκπτώσεως της μισθώτριας (αρ. 10§10 Ν. 2289/1995).

Αν, λοιπόν, η μισθώτρια Κοινοπραξία μέχρι τον ερχόμενο Οκτώβριο δεν σκοπεύει να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα στις παραπάνω θαλάσσιες περιοχές, έχει περαιτέρω δύο εναλλακτικές επιλογές. Κατά πρώτον, δικαιούται να ζητήσει παράταση του σταδίου των ερευνών. Σύμφωνα με τον νόμο περί υδρογονανθράκων (αρ. 5§3), η διάρκεια του σταδίου ερευνών, ύστερα από αίτηση του Αναδόχου (της μισθώτριας Κοινοπραξίας δηλαδή), που υποβάλλεται πριν από τη λήξη της, μπορεί με έγγραφη συναίνεση του Εκμισθωτή ή Εργοδότη να παρατείνεται μέχρι και για 3,5 χρόνια (για θαλάσσιες περιοχές). Σε τούτο το σενάριο όμως, ο Ανάδοχος οφείλει να αποδείξει ότι είτε  παρεμποδίζεται να εφαρμόσει το πρόγραμμα εξαιτίας απρόβλεπτων τεχνικών προβλημάτων που προέκυψαν κατά την εκτέλεσή του, η λύση των οποίων απαιτεί την εφαρμογή μεθόδων ή τη χρήση εξοπλισμού που από δικαιολογημένη αιτία δεν είχαν προβλεφθεί στο πρόγραμμα, είτε ότι έχει μεν ήδη εκπληρώσει τις άνω ελάχιστες υποχρεώσεις του αλλά χρειάζεται πρόσθετο χρόνο για εργασίες που προέκυψαν χωρίς υπαιτιότητά του πέραν του προγράμματος.

Kατά δεύτερον, η μισθώτρια δύναται να παραιτηθεί (αρ. 6 των δύο άνω νόμων) πριν τη λήξη του σταδίου ερευνών εφόσον με έγγραφη γνωστοποίησή της προς το Ελληνικό Δημόσιο, που παράγει έννομα αποτελέσματα μετά την παρέλευση της επίδοσής της σε αυτό, εκδηλώσει τέτοια πρόθεση.

Σε αυτήν την περίπτωση όμως, αν η μισθώτρια δεν έχει εκπληρώσει το σύνολο του Προγράμματος Ελάχιστων Εργασιών και τις Υποχρεώσεις Ελάχιστης Δαπάνης που ορίζονται στις μισθωτικές συμβάσεις, τότε υποχρεούται να καταβάλει στον Εκμισθωτή (την ΕΔΕΥ δηλ.), πριν ή κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος οποιασδήποτε παραίτησης, ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ: (i) της Πραγματικής Δαπάνης που αφορά στην εκπλήρωση του Προγράμματος Ελάχιστων Εργασιών για την εν λόγω φάση ή στην περίοδο παράτασης και (ii) της Υποχρέωσης Ελάχιστης Δαπάνης κατά τη διάρκεια της εν λόγω φάσης ή της ελάχιστης δαπάνης που συμφωνήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίοδο παράτασης. Ο Εκμισθωτής δικαιούται, προκειμένου να ικανοποιήσει την καταβολή της εν λόγω διαφοράς, να επιδιώξει την κατάπτωση του οφειλόμενου ποσού της διαφοράς από την σχετική Τραπεζική Εγγύηση της μισθώτριας Κοινοπραξίας.

Βέβαια, και οι δύο άνω νόμοι (άρ. 23) προβλέπουν ότι σε κάθε ενδεχόμενο ‘‘ανώμαλης εξέλιξης’’ των συμβάσεων μισθώσεως, πριν το Ελληνικό Δημόσιο και η Κοινοπραξία οδηγηθούν σε νομική και ουσιαστική ρήξη, οφείλουν πρώτα να ‘‘καταφύγουν’’ διαδοχικώς στον φιλικό διακανονισμό, μετά στη διευθέτηση μέσω αποκλειστικού εμπειρογνώμονα και εν τέλει στη διαιτησία. Οι εν λόγω ρυθμίσεις αποτελούν, τρόπον τινά, ένα ‘‘δίχτυ ασφαλείας’’ για τη μισθώτρια.

Σε κάθε περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο μέσα από την αξιοποίηση των θαλασσίων περιοχών νοτίως και νοτιοδυτικώς της Κρήτης, προσδοκά σημαντικά οικονομικά οφέλη, στα οποία περιλαμβάνονται το μίσθωμα* σε χρήμα και σε είδος (όπως αυτό ορίζεται και στο ΠΔ 127/1996) για όλους τους παραγόμενους και διασωζόμενους υδρογονάνθρακες (καθώς και τα παραπροϊόντα τους) στις συμβατικές περιοχές, καθώς και διάφορα άλλα δικαιώματα (royalties), όπως οι φόροι εισοδήματος από τις παραχθησόμενες ποσότητες υδρογονανθράκων, οι στρεμματικές αποζημιώσεις (surface fees) και τα πρόσθετα ανταλλάγματα (σε αυτά ανήκουν από το αντάλλαγμα υπογραφής –signature bonus- ως και τα διάφορα ανταλλάγματα παραγωγής -production bonuses-).

Καθίσταται, επομένως, μετά όλα τα παραπάνω, λογικά αυτονόητη η υποχρέωση του Δημοσίου να κρατά ενήμερο τον ελληνικό λαό για τις εξελίξεις σε ένα τόσο πολλαπλώς βαρύνουσας σημασίας ζήτημα, το οποίο άλλο τόσο…αυτονόητο είναι ότι δεν εξαντλείται απλά στην ενδιαφέρουσα μεν αλλά ουχί μοναδική νομική διάστασή του. Η χρονική σύμπτωση της διαρροής του αμερικανικού non paper σχετικά με την αποστασιοποίηση (;) των Αμερικανών στο θέμα της κατασκευής του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Eastmed με τη νυν εξεταζόμενη περίπτωση του ‘‘παγώματος’’ των ερευνών για υδρογονάνθρακες στη θαλάσσια ζώνη πέριξ της Κρήτης προκαλεί ευλόγως ερωτηματικά περί του αν είναι τούτη η συγκυρία που μορφοποιείται (;) ένα άκρως ζωτικό γεωπολιτικό novum στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της ανατροπής και του αναπροσανατολισμού των περιφερειακών ενεργειακών σχεδιασμών.

Αυτά δε τα ερωτηματικά τα ενισχύει και η θύμηση της γνωστής ‘‘δήλωσης Δένδια’’* (https://energypress.gr/news/vomva-dendia-i-ellada-den-tha-ginei-hora-paragogis-ydrogonanthrakon-den-tha-arhisei-na-skavei) τον Απρίλιο του 2021 στο ‘‘Arab News’’ περί ‘‘αποχής’’(;) της Ελλάδας από την προσπάθεια ανεύρεσης υδρογονανθράκων στη Μεσόγειο. Συνεπώς, η συνδυαστική και αθροιστική ερμηνεία του φερόμενου ‘‘παγώματος’’ των ερευνών στις ήδη οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες στη γειτονιά της Κρήτης φέρει στην επιφάνεια το μείζον ζητούμενο της αναγκαιότητας επανακαθορισμού της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής. Διότι, η ‘‘πράσινη’’ οικονομία μπορεί μεν να είναι όχι μόνο πανευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο όραμα αλλά, παρά ταύτα, η επιλογή των ‘‘καυσίμων της μετάβασης’’ είναι ένα ζήτημα που μας ‘‘καίει’’ όλους άμεσα και τώρα. Τις απαντήσεις, πάντως, σε κάθε περίπτωση, καλείται και πρέπει να δώσει η Πολιτική….

 

* Ο Χρήστος Γκουγκουρέλας είναι Δικηγόρος, LLM in International Commercial Law, LLM in European Law, Cer. LSE in Business, International Relations and the political science