Πέθανε ο Ζαν Πολ Μπελμοντό

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 88 ετών άφησε ο σπουδαίος Γάλλος ηθοποιός, Ζαν Πολ Μπελμοντό.

50

Ο ηθοποιός Ζαν-Πολ Μπελμοντό, ιερό τέρας του γαλλικού κινηματογράφου, απεβίωσε σήμερα στην κατοικία του στο Παρίσι σε ηλικία 88 ετών, δήλωσε ο δικηγόρος του στο AFP.

“Ήταν πολύ κουρασμένος εδώ και κάποιο καιρό. Πέθανε ήσυχα”, διευκρίνισε ο δικηγόρος του Μισέλ Γκοντέστ.

Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό είχε λάβει μέρος σε 80 ταινίες υποδυόμενος αξέχαστους ρόλους: εκείνον του ζεν πρεμιέ στο “Με κομμένη την ανάσα” ή ακόμη εκείνου που κρεμόταν από ένα ελικόπτερο πάνω από τη Βενετία στον “‘Τυχοδιώκτη του Ρίο”.

Ο Ζαν Πολ Μπελμοντό γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1933 στο Νεϊγί-συρ-Σεν, βορειοδυτικά του Παρισιού μέσα σε καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας του, Πολ Μπελμοντό, ήταν γλύπτης με ιταλικές ρίζες και η μητέρα ζωγράφος. Ωστόσο, ο μικρός Μπελμοντό δεν είχε φανερώσει καμία καλλιτεχνική κλίση στα εφηβικά του χρόνια. Αντιθέτως, έδειξε από την αρχή κλίση στα αθλητικά. Δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο και το πάθος του σε αυτή την ηλικία ήταν το μποξ και το ποδόσφαιρο, ενώ μάλιστα έκανε και προπονήσεις μποξ.

Αποφάσισε έτσι να γίνει πυγμάχος και στη σύντομη καριέρα του στα ρινγκ ήταν μάλιστα αήττητος. Το ντεμπούτο του το έκανε το 1949 ρίχνοντας νοκάουτ τον αντίπαλό του από τον πρώτο γύρο, αν και την επόμενη κιόλας χρονιά, συνειδητοποιώντας τις θυσίες που έπρεπε να κάνει για να γίνει επαγγελματίας, τα παράτησε.

Τότε στράφηκε στην υποκριτική και έγινε δεκτός στην Εθνική Σχολή Δραματικής Τέχνης του Παρισιού και αποφοιτώντας το 1956 βρήκε αμέσως δουλειά στο σινεμά.

Με ένα τσιγάρο μόνιμα στο στόμα του, ο Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκίνησε την καριέρα του το 1957 παίζοντας μερικά μικρορολάκια σε γαλλικές ταινίες της εποχής και βρέθηκε στην αντίπερα όχθη από τον υπερβολικά όμορφο Αλέν Ντελόν, με τους κριτικούς να χαρακτηρίζουν τον Μπελμοντό “γοητευτικά άσχημο” – αν και πολλές θαυμάστριές του και μη, θα διαφωνούσαν με αυτό.

Το αναντίρρητο ταλέντο και η χαλαρή κινηματογραφική παρουσία του Ζαν Πολ Μπελμοντό έτυχαν της προσοχής του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, σε μια ευτυχή συγκυρία που θα απέδιδε σύντομα αριστουργήματα. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, που μέχρι τότε είχε σκηνοθετήσει τρεις μικρού μήκους ταινίες, σκηνοθέτησε το 1960 το πασίγνωστο Με κομμένη την ανάσα (À bout de soufflé), όπου ο Μπελμοντό πρωταγωνιστεί ως κακοποιός που προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία και βρίσκει καταφύγιο σε μία εφήμερη ερωτική σχέση με μία Αμερικανίδα. Ο Μπελμοντό ενσάρκωσε τον χαρακτήρα του με μία ποιητική ελαφρότητα που κανείς Γάλλος ηθοποιός δεν είχε επιδείξει μέχρι τότε. Ο ρόλος του Μπελμοντό ως Μισέλ τον καθιέρωσε ως style-icon και παρ’ όλο που οι ρόλοι που προηγήθηκαν ήταν λιγοστοί και ο Μπελμοντό βρισκόταν μόλις στην αρχή της καριέρας του, η ταινία αυτή τον καθιέρωσε ως “κλασικό”. Το Με κομμένη την ανάσα εκτόξευσε τη φήμη του Γκοντάρ και του Μπελμοντό στα ύψη και εγκαινίασε με αριστουργηματικό τρόπο τη νέα σχολή κινηματογραφικής σκέψης που θα έμενε γνωστή ως Nouvelle Vague (Νέο Κύμα). Το γαλλικό σινεμά είχε βρει την απάντησή του στον Αμερικανό Τζέιμς Ντιν. Δεν είναι τυχαίο πως κάθε κείμενο που έχει γραφτεί για τον Ζαν Πολ Μπελμοντό ξεκινάει και τελειώνει με μία αναφορά στο Με κομμένη την ανάσα. Το ντεμπούτο του Γκοντάρ δεν ήταν o καλύτερος ρόλος που έπαιξε ποτέ ο Μπελμοντό, αλλά ήταν με διαφορά η ταινία που αποφάσισε πως στο πρόσωπο του 27χρονου τότε ηθοποιού το νέο γαλλικό σινεμά είχε μόλις ανακαλύψει τον πρώτο του μεγάλο ήρωα.

Προσπαθώντας να μην τυποποιηθεί, ο Μπελμοντό έπαιξε στον Άνθρωπο από το Ρίο (L’Homme de Rio, 1964) του Φιλίπ ντε Μπροκά, μία κομεντί περιπέτεια υποψήφια για Όσκαρ, που αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη Γαλλία και όπου ο Μπελμοντό πρωταγωνιστεί με την αδερφή της Κατρίν Ντενέβ, Φρανσουάζ Ντορλεάκ. Εκεί ο Μπελμοντό δείχνει μία στροφή από τη “Νουβέλ βαγκ” σε μία πιο εμπορική τάση, με τις κωμωδίες.

Μακριά πια από τις σκηνοθετικές οδηγίες των σκηνοθετών του Νέου Κύματος, ο Μπελμοντό γύριζε με καταιγιστικούς ρυθμούς τη μία ταινία πίσω από την άλλη και στη φιλμογραφία του προστέθηκαν γκανγκστερικές ταινίες, μαύρες κωμωδίες, ανάλαφρες κομεντί, θρίλερ (όπως οι ταινίες του Μπροκά της εποχής), έχοντας κάνει πλέον σαφή στροφή προς το εμπορικό σινεμά.

Το 2011, ο “άσχημος γόης” του γαλλικού κινηματογράφου τιμήθηκε στις Κάννες με ειδικό Χρυσό Φοίνικα για τη συνολική προσφορά του στην έβδομη τέχνη, ενώ με αφορμή την εμφάνιση και τη βράβευσή του, προβλήθηκε το ντοκιμαντέρ Belmondo…Itineraire των Βενσάν Περό και Τζεφ Ντόμενεχ, το Ένας υπέροχος κατάσκοπος (Magnifique, 1973) του Φιλίπ ντε Μπροκά και το 100.000 δολάρια στον ήλιο (Cent mille dollars au soleil, 1964) του Ανρί Βερνέιγ. Ο “Μπελ Μπελ”, όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, χαρακτήρισε τον ειδικό Χρυσό Φοίνικα “δώρο θεού”, καθώς στα 53 χρόνια που δούλεψε στον κινηματογράφο (1956-2008) δεν τιμήθηκε ποτέ με κάποιο σημαντικό βραβείο (εκτός από ένα Σεζάρ).

Ο “αέρας” και το αρρενωπό στυλ του Μπελμοντό αποδείχθηκαν ακαταμάχητα για τις γυναίκες της εποχής του. Στην προσωπική του ζωή, έχει δύο γάμους στο ενεργητικό του: με την Ελοντί Κονσταντάν (1953-1965), με την οποία χώρισε όταν αποκαλύφθηκε ο παράνομος δεσμός του με την Ούρσουλα Άντρες, και τη Ναταλί Ταρντιβέλ, την οποία γνώρισε το 1989 ως 24χρονη κοπέλα και έμεινε στο πλευρό της επισήμως από το 2002 έως το 2008. Έχει αποκτήσει επίσης τέσσερα παιδιά, αν και η μεγαλύτερή του κόρη έχασε τη ζωή της σε πυρκαγιά το 1994.

Σύντροφος του Ζαν Πολ Μπελμοντό υπήρξε για οκτώ χρόνια (1972-1980) η ηθοποιός Λάουρα Αντονέλι. Στο φεστιβάλ των Καννών, το 2011, εμφανίστηκε με τη νέα του σύντροφο, την κατά 45 χρόνια νεότερή του και πρώην Playmate, Μπάρμπαρα Γκαντόλφι από το Βέλγιο.