Μην φοβάστε τα κρυπτονομίσματα. Διαχειριστείτε τα

53

Η εκτίμηση ότι η ρύθμιση περιορίζει τη δραστηριότητα των νέων αγορών είναι ενστικτώδης, αλλά δεν είναι ακριβής. Ορισμένες φορές συμβαίνει το αντίθετο.

Γράφουν οι Brian Feinstein και Kevin Werbach (the New York Times)*

Από το περασμένο φθινόπωρο, τα κρυπτονομίσματα σημειώνουν εκρηκτική άνοδο. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε μια ανοδική φρενίτιδα από εκείνους που τα βλέπουν ως μια “νέας γενιάς” ευκαιρία πλουτισμού και εκείνους που τα βλέπουν ως ενδεχόμενους “επιζώντες” της οδηγούμενης από τον πληθωρισμό κατάρρευσης των παραδοσιακών νομισμάτων, όπως το δολάριο ΗΠΑ.

Αλλά από την εμφάνιση του Bitcoin το 2009, τα κρυπτονομίσματα αποτελούν πηγή ανησυχίας για τους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές και τις κρατικές ρυθμιστικές αρχές. Οι τελευταίοι ανησυχούν ότι τα κρυπτονομίσματα θα μπορούσαν να επέμβουν στη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών και να ανοίξουν τον δρόμο για το ξέπλυμα χρήματος, για διαδικτυακούς “εκβιασμούς” και απάτες. Ωστόσο, τα κρυπτονομίσματα φαίνεται ότι ήρθαν για να μείνουν: σε μια ένδειξη της αυξανόμενης αποδοχής του οικοσυστήματος των κρυπτονομισμάτων από τους μεγάλους επενδυτές, η Coinbase Inc., το μεγαλύτερο ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων στις ΗΠΑ, που αποτιμάται σήμερα στα 85 και πλέον δισ. δολάρια, έκανε το ντεμπούτο της στο ταμπλό του Nasdaq τις προηγούμενες μέρες.

Οι αντιδρούντες στις αυστηρότερες ρυθμίσεις προειδοποιούν ότι οι πιο σαφείς κανόνες για τις αγορές κρυπτονομισμάτων πρόκειται να περιορίσουν τη συναλλακτική δραστηριότητα, διότι θα τρομάξουν τους επενδυτές. Αυτό, κατά την άποψή τους, είναι άδικη αντιμετώπιση ενός νέου, καινοτόμου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου αλλά και μάταιη προσπάθεια, δεδομένου ότι η συναλλακτική δραστηριότητα θα μετατοπιστεί σε πιο ανεκτικά περιβάλλοντα. Οι σκεπτικιστές, με τη σειρά τους, χαιρέτησαν τις αρνητικές δηλώσεις ανώτερων αξιωματούχων τόσο της προηγούμενης αμερικανικής κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ όσο και της υφιστάμενης του Τζο Μπάιντεν για το Bitcoin, θεωρώντας ότι οι παρεμβάσεις τους θα περιορίσουν την αχαλίνωτη κερδοσκοπία σε μια ιδιαίτερα χειραγωγούμενη αγορά.

Ορισμένες από τις πιο σημαντικές δημόσιες διαμάχες το τελευταίο διάστημα αφορούν το πώς οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να αντιμετωπίζουν τις νέες τεχνολογίες.

Κατά τη διάρκεια της έγκρισης από τη Γερουσία, πριν από λίγες εβδομάδες, του διορισμού του Γκάρι Γκένσλερ, υποψήφιου του προέδρου Μπάιντεν για επικεφαλής της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) των ΗΠΑ και ενός από τους βασικούς συμμετέχοντες στη διαμάχη σχετικά με τη ρύθμιση των παραγώγων κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ο νεοδιορισθείς πρόεδρος της SEC προσπάθησε να κρατήσει τις ισορροπίες, υποσχόμενος στο σώμα τη “θέσπιση οδηγιών και διαφάνεια”. Η τιμή του Bitcoin -του πολυτιμότερου κρυπτονομίσματος- σημείωσε άμεσα πτώση της τάξης του 3%. Οι αναλυτές της αγοράς απέδωσαν την πτώση στον κ. Γκένσλερ. Σε τελική ανάλυση, σύμφωνα με τη λαϊκή σοφία, όταν μιλούν οι ρυθμιστικές αρχές, οι αγορές σχεδόν πάντα αντιδρούν.
Ή μήπως όχι; Η εμπειρική ανάλυση από ομότιμους ενός επικείμενου άρθρου για την Journal of Financial Regulation, που βασίζεται σε πολυετή παγκόσμια δεδομένα για τις δραστηριότητες ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων και τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις, δεν ανέδειξε κανένα στοιχείο ότι οι ανακοινώσεις των ρυθμιστικών αρχών επηρεάζουν τον όγκο των συναλλαγών των κρυπτονομισμάτων. Παρομοίως, οι περισσότερες ρυθμιστικές κινήσεις -ακόμη και οι πιο σημαντικές- δεν είχαν αξιοσημείωτη επίδραση στις τιμές τους.

Τα ευρήματα ήταν σοκαριστικά. Οι υπέρμαχοι των κρυπτονομισμάτων ισχυρίζονται ότι το χαλαρό ρυθμιστικό περιβάλλον ενθαρρύνει τις συναλλαγές στα εγχώρια ανταλλακτήρια και έτσι προσελκύει αναπτυξιακή δραστηριότητα γύρω από μια πολλά υποσχόμενη τεχνολογία αιχμής, ενώ οι σκληροί κανόνες θα οδηγήσουν τις συναλλαγές σε εξωχώριες αγορές. Αλλά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, που φιλοξενούν μεγάλα και ενεργά ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.

Δεν υπήρξε αντίκτυπος ούτε όταν οι ρυθμιστικές αρχές ανακοίνωσαν ότι τα κρυπτονομίσματα δεν θα αντιμετωπίζονται ως χρεόγραφα – κάτι που φαινομενικά αποτελεί καλή είδηση για τους εκδότες και τα ανταλλακτήρια που προβληματίζονται για την ανάγκη συμμόρφωσης και τους επενδυτές που ανησυχούν για τους φόρους υπεραξίας. Ούτε υπήρξε αντίκτυπος όταν οι κανόνες σχεδιάστηκαν με στόχο την καταπολέμηση της απάτης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρό κόστος συμμόρφωσης στα ανταλλακτήρια και να ενθαρρύνουν τους λιγόψυχους traders να μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους αλλού. Οι ενδείξεις για τις επιπτώσεις των ρυθμιστικών παρεμβάσεων στις τιμές των κρυπτονομισμάτων ήταν πολύ λίγες, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία για εκροές κεφαλαίων.

Τα μη δημοσιοποιημένα στοιχεία ενισχύουν τη διαπίστωση ότι η ρύθμιση έχει μικρότερο αντίκτυπο από ό,τι πιστεύουν οι συμμετέχοντες στην αγορά. Τον Φεβρουάριο, οι υπέρμαχοι των κρυπτονομισμάτων χαιρέτησαν τον τερματισμό της έρευνας που είχε ξεκινήσει το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης για το Tether, υπηρεσία που ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ενισχύει παρανόμως τις αγορές κρυπτονομισμάτων, παρακάμπτοντας τους τραπεζικούς κανόνες και δημιουργώντας τεχνητή ζήτηση για το Bitcoin. Προέβλεψαν ότι η άρση της απειλής κλεισίματος του Tether -που αποτελεί βασικό “όχημα” για τη μεταφορά πλούτου από το δολάρια στο Bitcoin- θα οδηγήσει σε άνοδο την αγορά. Αντ’ αυτού, λίγο μετά τον τερματισμό της έρευνας, η τιμή του Bitcoin μειώθηκε κατά 10%. Δεν έχουμε ιδέα γιατί. Οι επενδυτές συνεχώς βρίσκουν λόγους για να εξηγήσουν τη συμπεριφορά της αγοράς, αλλά ο συσχετισμός της αιτίας απαιτεί προσεκτική ανάλυση.

Η έλλειψη αποδείξεων ότι οι ρυθμιστικές κινήσεις επηρεάζουν τον όγκο των συναλλαγών αποτελεί θετική εξέλιξη για τα κρυπτονομίσματα και τις άλλες αναδυόμενες χρηματοοικονομικές τεχνολογίες. Οι επενδυτές μπορούν να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στα θεμελιώδη μεγέθη και λιγότερο στο διάβασμα των κανόνων. Οι ρυθμιστικές αρχές επίσης μπορούν να ανησυχούν λιγότερο για το αν θα τρομάξουν τις αγορές και θα υπονομεύσουν την καινοτομία, κάτι που φάνηκε ότι καθυστέρησε την αντίδραση της SEC το 2017.

Σε όλες τις περιπτώσεις, εκτός των πλέον ακραίων -όπως η απαγόρευση της ανταλλαγής κρυπτονομισμάτων από την Κίνα- αυτές οι ανησυχίες αποδείχθηκαν υπερβολικές, αν όχι ψευδείς. Η κυβέρνηση Μπάιντεν και άλλες κυβερνήσεις δεν πρέπει να φοβούνται ότι η καταστολή των παραβατών και ο καθορισμός σαφών κανόνων για τα κρυπτονομίσματα θα οδηγήσουν σε εκροές.

Η εκτίμηση ότι η ρύθμιση περιορίζει τη δραστηριότητα σε καινοτόμες νέες αγορές είναι ενστικτώδης, αλλά όχι απαραίτητα ακριβής. Μερικές φορές ισχύει το αντίθετο, επειδή οι ξεκάθαροι κανόνες προάγουν την εμπιστοσύνη στην αγορά. Δείτε την περίπτωση της Coinbase, που αποτελεί το πολυτιμότερο ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων στον κόσμο, παρότι λειτουργεί στις ΗΠΑ, μια χώρα με σημαντικά ρυθμιστικά εμπόδια.

* Οι Brian Feinstein και Kevin Werbach είναι καθηγητές νομικών σπουδών και επιχειρηματικής ηθικής στο Wharton School του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανία 

© 2021 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”