Συγκλονίζει η Πρεζεράκου για το ατύχημα που είχε: Δεν μπορώ ακόμα να πιάσω πιρούνι ή να κρατήσω μολύβι

103

Πέντε μήνες πέρασαν από το σοβαρό ατύχημα που είχε η Έρρικα Πρεζεράκου, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ένα της δάχτυλο.

Κατά τη διάρκεια μιας βόλτας με σκάφος στην Κύθνο η γνωστή αθλήτρια έπεσε στη θάλασσα και η προπέλα του φουσκωτού την τραυμάτισε στο δεξί της χέρι. Από τότε έχει υποβληθεί σε χειρουργεία και πολλές φυσικοθεραπείες.

Η ίδια μίλησε στο περιοδικό ΟΚ! που κυκλοφορεί και περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο αυτά που πέρασε. Εξομολογήθηκε ότι δεν έχει καταφέρει να αποκατασταθεί ακόμα το πρόβλημα με το χέρι της.

«Το χέρι μου δεν είναι λειτουργικό ακόμα. Τους τελευταίους μήνες κάνω καθημερινά τρίωρες φυσικοθεραπείες, χειρομάλαξη, ασκήσεις σε ειδικό μηχάνημα, ενώ στο μέλλον θα χρειαστεί να υποβληθώ σε δύο τουλάχιστον χειρουργεία, επειδή, τώρα του λείπουν κάποιοι μύες. Σε άλλα δάχτυλα έχω αίσθηση αφής, σε άλλα όχι, ο αντίχειρας και ο δείκτης κλείνουν δύσκολα, δεν έχουν δύναμη και δεν μπορώ να είμαι λειτουργική στην καθημερινότητά μου. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να πιάσω ένα πιρούνι, να δακτυλογραφήσω, να κρατήσω το μολύβι. Κάνω προσπάθειες να μάθω να γράφω με το αριστερό. Το καλό είναι πως αν γινόταν τώρα κάστινγκ για άλλο ένα sequel των Πειρατών της Καραϊβικής, σίγουρα θα με έπαιρναν – τον γάντζο τον έχω έτοιμο! (γέλια)», δήλωσε.

Όσον αφορά τη στιγμή του σοβαρού ατυχήματος στην Κύθνο, η Έρρικα Πρεζεράκου συγκλονίζει με την περιγραφή της: «Είχα μόλις φτάσει στην Κύθνο για διακοπές και ήταν το πρώτο πρωινό στο νησί. Ωραίος, ζεστός Αύγουστος, μπόλικος κόσμος στην παραλία της Αγίας Ειρήνης. Έγραψα λίγο, έκανα μια βουτιά. Αργά το μεσημέρι με προσκάλεσαν μαζί με την παρέα μου να πάμε για φαγητό σε μια κοντινή παραλία. Μπήκαμε στο φουσκωτό, τέσσερα άτομα ήμασταν, καθίσαμε και ξεκινήσαμε. Δεν είχαμε βγει καλά καλά από το λιμανάκι, όταν ο οδηγός του σκάφους έκανε έναν επικίνδυνο ελιγμό 180 μοιρών. Ξαφνικά από το κάθισμά μου εκσφενδονίστηκα μέσα στη θάλασσα. Βρέθηκα ξαφνικά κουτρουβαλώντας μέσα στο νερό και άκουσα έναν περίεργο θόρυβο, το «γκαπ» της προπέλας που έκοβε το χέρι μου. Μόνο που εγώ δεν το ήξερα τότε. Το κατάλαβα βγαίνοντας στην επιφάνεια και βλέποντας τη δεξιά παλάμη μου κομμάτια – κομμένη στη μέση, μύες, σάρκες, όλα μια ματωμένη μάζα, το μικρό μου δαχτυλάκι να κρέμεται. Η ζωή μου κρίθηκε μέσα σε ένα νανοδευτερόλεπτο. Αν όπως ανέβαινα στην επιφάνεια του νερού και βρέθηκα ακριβώς κάτω από τις προπέλες στη θέση του χεριού μου βρίσκονταν τα μαλλιά ή το κεφάλι μου, δεν θα ήμασταν σήμερα εδώ να μιλάμε».