Forbes: Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του 2020 με πρωταγωνιστές δισεκατομμυριούχους

95

Καθώς η φετινή χρονιά -που αναμφισβήτητα δεν μοιάζει με καμία άλλη- οδεύει προς το τέλος της, το Forbes ρίχνει μια δεύτερη ματιά στα μεγαλύτερα σκάνδαλα που εμπλέκουν δισεκατομμυριούχους και τα οποία αναδείχθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους. Σκάνδαλα που περιλαμβάνουν από φοροδιαφυγή και κατηγορίες για απάτη έως μια κόντρα “πλουσίων” υπό τους ήχους ενός τραγουδιού του γνωστού τηλεοπτικού σόου “Το Νησί του Γκίλιγκαν” (Gilligan’s Island).

Η “βόμβα” με τις φορολογικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ

Στη κορυφή της λίστας φυσικά το θέμα με τους φόρους που (δεν) καταβάλει ο απερχόμενος Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Τον Σεπτέμβριο, οι New York Times πέτυχαν αυτό που μέχρι τότε έμοιαζε ακατόρθωτο: απέκτησαν πρόσβαση στις φορολογικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ· και αυτά που ανακάλυψαν ήταν απίστευτα. Το πιο εξωφρενικό, ίσως, ήταν η αποκάλυψη ότι ο δισεκατομμυριούχος πρόεδρος κατέβαλε το 2016 και το 2017 μόλις 750 δολάρια σε φόρους. Αλλά και ότι για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο Τραμπ δεν πλήρωσε τίποτα σε ομοσπονδιακούς φόρους επικαλούμενος τις τεράστιες ζημίες των επιχειρήσεών του.

Εκείνη την εποχή, ο Οργανισμός Τραμπ ισχυρίστηκε ότι τα περισσότερα από τα στοιχεία που αποκάλυψαν οι Times ήταν ανακριβή και ότι ο Τραμπ είχε πληρώσει εκατομμύρια σε φόρους στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Το 2021, πάντως, θα περιμένουμε να δούμε τι θα προκύψει από τον έλεγχο που κάνει η Υπηρεσία Δημοσίων Εσόδων των ΗΠΑ (Internal Revenue Serevice – IRS) για τα σχεδόν 73 εκατ. δολάρια επιστροφή φόρου που έλαβε ο Τραμπ. Αν αποφανθεί κατά του προέδρου, σημαίνει ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να χρωστά στο κράτος 100 εκατ. δολάρια (επιστροφή φόρου συν τους τόκους και τις προσαυξήσεις). Και αυτά πέραν των υπολοίπων χρεών του, που ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 900 εκατ. δολαρίων.

Η φοροδιαφυγή-μαμούθ του Ρόμπερτ Φ. Σμιθ

Ο Σμιθ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας private equity Vista Equity και ο πλουσιότερος μαύρος στην Αμερική -ο οποίος έκανε αίσθηση πέρυσι όταν αποπλήρωσε τα φοιτητικά δάνεια ολόκληρης της τάξης αποφοίτησης του 2019, του Morehouse College- έχασε τον σεβασμό που έχαιρε όταν ομολόγησε τον Οκτώβριο ότι εμπλέκεται σε “ένα παράνομο δίκτυο απόκρυψης εισοδήματος και αποφυγής φορολόγησης” και πλήρωσε ένα τσουχτερό πρόστιμο για να διευθετήσει το θέμα.

Εκείνον τον μήνα, ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι αποκάλυψαν ότι ο Σμιθ παραδέχτηκε πως διατηρούσε 200 εκατ. δολάρια σε υπεράκτιους λογαριασμούς και απέφευγε κατά παράβαση του νόμου να καταβάλει φόρους για αυτά τα χρήματα επί 15 χρόνια – από το 2000 έως το 2015.

Ο Σμιθ προχώρησε σε συμφωνία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για τη μη δίωξή του καταβάλλοντας πρόστιμο ύψους 139 εκατ. δολαρίων στην IRS – το μεγαλύτερο πρόστιμο που έχει επιβληθεί ποτέ για φοροδιαφυγή. Συμφώνησε επίσης να βοηθήσει την Υπηρεσία Δημοσίων Εσόδων των ΗΠΑ να βάλει στο “τσακώσει” τον δισεκατομμυριούχο Ρόμπερτ Μπρόκμαν, πρώην πελάτη του Σμιθ στη Goldman Sachs και σύμφωνα με πληροφορίες από τους πρώτους επενδυτές στην εταιρεία του, Vista Equity.

Σε βάρος του Μπρόκμαν απαγγέλθηκαν τον Οκτώβριο κατηγορίες για απόκρυψη 2 δισ. δολαρίων από τις φορολογικές αρχές μέσω υπεράκτιων λογαριασμών, που ίσως αποτελεί το μεγαλύτερο σκάνδαλο φοροδιαφυγής στην αμερικανική ιστορία.

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με το θέμα αυτό στη διαδικτυακή διάσκεψη Dealbook των New York Times στα μέσα Νοεμβρίου, ο Σμιθ το χαρακτήρισε “ένα λάθος”, λέγοντας: “Ένα μεγάλο μάθημα ζωής είναι ότι όταν κάνεις λάθη, πρέπει με κάποιον τρόπο να τα παραδεχθείς, να πληρώσεις γι’ αυτά και να συνεχίσεις”.

Στα τέλη Νοεμβρίου, πάντως, ο συνιδρυτής της Vista Equity και στενός φίλος του Σμιθ, Μπράιαν Σεθ, δήλωσε στο Forbes ότι αποχωρεί από την εταιρεία, τερματίζοντας τη συνεργασία του με τον Σμιθ που ξεκίνησε το 2000.

Τα “πειραγμένα” έσοδα της Luckin Coffee

Έχοντας στόχο να επιτύχει υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από την Starbucks στην Κίνα, η Luckin Coffee εισήχθη τον Μάιο του 2019 στον Nasdaq και συνέχισε να εκπλήσσει τους επενδυτές με τον ρυθμό αύξησης των εσόδων της.

Η κινεζική αλυσίδα καφέ επιχείρησε να “κλέψει” μερίδιο αγοράς κάνοντας τρελές εκπτώσεις, με σλόγκαν όπως το “αγοράστε έναν καφέ και πάρτε δύο ακόμη δωρεάν”. Οι μετοχές της εταιρείας εκτινάχθηκαν και στις αρχές Μαρτίου, η διευθύνουσα σύμβουλος της Luckin Coffee, Jenny Zhiya Qian, έγινε πρόσκαιρα δισεκατομμυριούχος, όπως και ο ιδρυτής και πρόεδρος της εταιρείας, Charles Zhengyao Lu.

Αυτά μέχρι τη στιγμή που η εταιρεία Muddy Waters Research σορτάρισε τη μετοχή, κατηγορώντας την Luckin για απάτη, με αποτέλεσμα οι μετοχές της να πάρουν την κατιούσα. Τον Απρίλιο, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι σε εσωτερικό έλεγχο που διεξήγαγε διαπίστωσε πως ο επικεφαλής λειτουργίας της Luckin, Jian Liu, μαζί με αρκετούς υφισταμένους του, είχε πραγματοποιήσει πλαστές συναλλαγές ύψους 310 εκατ. δολαρίων.

Μέχρι τα τέλη Απριλίου, ο πρόεδρος της Luckin, Lu, είχε γίνει φτωχότερος κατά 1 δισ. δολάρια· η μετοχή όμως συνέχισε την κατρακύλα της και πλέον η καθαρή περιουσία του υπολογίζεται ότι έχει υποχωρήσει στα 800 εκατ. δολάρια. Αντίστοιχα, η περιουσία της Qian υποχώρησε κάτω από το 1 δισ. δολάρια έως τα μέσα Μαρτίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου δε, η Luckin Coffee συμφώνησε να καταβάλλει 180 εκατ. δολάρια στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) στο πλαίσιο διακανονισμού της έρευνας που διενεργούσε η SEC για τα “πειραγμένα” έσοδά της. Η εταιρεία ούτε παραδέχθηκε ούτε αρνήθηκε τις κατηγορίες που της απήγγειλε η SEC, ενώ κανείς δεν κατηγορήθηκε για το θέμα.

Οι οικονομικοί δεσμοί του Λέον Μπλακ με τον Τζέφρι Έπσταϊν

Τον Οκτώβριο, δημοσίευμα των New York Times αποκάλυψε ότι ο Μπλακ, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της εταιρείας private equity και επενδύσεων Apollo Management, κατέβαλε στον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα χρηματιστή Τζέφρι Έπσταϊν περίπου 50 εκατ. δολάρια ως αμοιβή για προσωπικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες συμβούλου μεταξύ 2012 και 2017.

Η χρονική περίοδος είναι καταλυτική, διότι καταδεικνύει ότι ο Μπλακ προσέλαβε τον Έπσταϊν πολύ μετά την καταδίκη του τελευταίου το 2008 με την κατηγορία της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων στη Φλόριντα, στο πλαίσιο μιας “κρυφής” ευνοϊκής συμφωνίας με την εισαγγελία που επέτρεψε στον Έπσταϊν να πέσει στα “μαλακά”. Ο Μπλακ αμέσως μετά τη σύλληψη του Έπσταϊν, το 2019, εξέφρασε τη λύπη του για τη σχέση του με τον χρηματιστή, προσθέτοντας ότι ο Έπσταϊν ποτέ δεν είχε συναλλαγές με την Apollo, ενώ ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος “δεν γνώριζε” τις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικων κοριτσιών που βάρυναν τον χρηματιστή. (Ο Έπσταϊν αυτοκτόνησε σε φυλακή του Μανχάταν τον Αύγουστο του 2019 όπου κρατούνταν εν όψει της δίκης του).

Ο “θάνατος” της IPO της Ant Group του Τζακ Μα

Οι χρηματοοικονομικές ρυθμιστικές αρχές της Κίνας έβαλαν τον Νοέμβριο στον “πάγο” την επικείμενη τότε διπλή αρχική δημόσια προσφορά της fintech εταιρείας, Ant Group, ύψους 35 δισ. δολαρίων, στα χρηματιστήρια του Χονγκ Κονγκ και της Σαγκάης – μόλις μερικές ημέρες πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη δημόσια εγγραφή στον κόσμο. Ο Μα, συνιδρυτής και πρόεδρος του κινεζικού κολοσσού ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba, είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Ant Group, του βραχίονα της Alibaba στον χώρο των διαδικτυακών πληρωμών και της παροχής καταναλωτικών δανείων.

Το Χρηματιστήριο της Σαγκάης ανέφερε ότι ο λόγος για τη διακοπή της IPO της Ant ήταν μια “σημαντική αλλαγή” στο κανονιστικό περιβάλλον, ωστόσο παρείχε λίγες πρόσθετες λεπτομέρειες, σύμφωνα με το Bloomberg.

Περίπου μια εβδομάδα πριν από την ανακοίνωση, κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου στη Σαγκάη, ο Μα κατηγόρησε τις ρυθμιστικές αρχές της Κίνας για καταστολή της καινοτομίας.

Η Wall Street Journal σε δημοσίευμά της ανέφερε ότι ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έδωσε προσωπικά την “χαριστική βολή” στην IPO της Ant ως αντίποινα για την κριτική του Μα.

Στα τέλη Δεκεμβρίου, οι κινεζικές ρυθμιστικές αρχές ανακοίνωσαν ότι ξεκινούν  αντιμονοπωλιακή έρευνα σε βάρος της Alibaba και συνέστησαν στην Ant Group να αυτο-συμμορφωθεί με τους χρηματοοικονομικούς κανονισμούς, εν μέσω της ευρύτερης προσπάθειας του Πεκίνου να περιορίσει την ισχύ των εταιρειών τεχνολογίας.

Ο Μάρκους Μπράουν, η Wirecard και τα “χαμένα” 2 δισ. δολάρια

Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής εταιρείας πληρωμών Wirecard, πιθανότατα τον Φεβρουάριο ήταν δισεκατομμυριούχος, αλλά έως τις 18 Μαρτίου, όταν το Forbes ολοκλήρωσε τη λίστα των “Δισεκατομμυριούχων του Πλανήτη” για το 2020, δεν ανήκε πλέον στο κλαμπ. Και δεν πρόκειται να ενταχθεί σύντομα.

Τον Ιούνιο, τα μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν η Wirecard είχε “τρύπα” ύψους περίπου 2 δισ. δολάρια. Ο Μπράουν πολύ γρήγορα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, καθώς το λογιστικό σκάνδαλο έπληξε σφόδρα τη μετοχή της εταιρείας.

Στα τέλη Ιουνίου, ο Μπράουν συνελήφθη και του αποδόθηκαν κατηγορίες για διόγκωση των πωλήσεων και του ισολογισμού της Wirecard μέσω πλαστών συναλλαγών προκειμένου να βελτιώσει την εικόνα της προς τους επενδυτές. Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες, ωστόσο κρατείται σε βαυαρική φυλακή, ενόσω η εισαγγελία του Μονάχου ολοκληρώνει την έρευνά της.

Η εταιρεία παραδέχτηκε τελικά ότι τα “χαμένα” κεφάλαια ύψους 2 δισ. δολαρίων, πιθανότατα ήταν χρήματα που δεν υπήρξαν ποτέ.

Οι μετοχές της Wirecard δέχθηκαν ισχυρό χτύπημα, καταγράφοντας “βουτιά” σχεδόν 90% την εβδομάδα που ακολούθησε μετά την αποκάλυψη ότι τα χρήματα είχαν κάνει “φτερά”. Το ποσοστό, ύψους 7%, του Μπράουν στη Wirecard, αν το είχε διατηρήσει, θα άξιζε μόλις 4 εκατ. δολάρια στα τέλη Δεκεμβρίου.

Ο Μπιλ Γκρος και η διαμάχη για το τραγούδι του Gilligan’s Island

Η πιο περίεργη ιστορία αυτής της λίστας αφορά τον δισεκατομμυριούχο επενδυτή Μπιλ Γκρος και μια υπόθεση “κακής γειτονίας” μεταξύ του Γκρος και του επιχειρηματία του κλάδου τεχνολογίας Μαρκ Τάουφικ που έφτασε ως το Ανώτατο Δικαστήριο της Κομητείας Όραντζ, χαρίζοντας αρκετά πρωτοσέλιδα στην πορεία.

Ο Τάουφικ ισχυρίστηκε ότι ο Γκρος και η σύντροφός του, η τενίστρια Έιμι Σβαρτς, τον ενοχλούσαν τα βράδια παίζοντας το σάουντρακ από το τηλεοπτικό σόου “Το Νησί του Γκίλιγκαν” στη διαπασών.

Ο Γκρος, από τη μεριά του, ισχυρίζεται ότι ο Τάουφικ ήταν αυτός που “παρενοχλούσε” αυτόν και τη Σβαρτς, ηχογραφώντας τους με το iPhone του, κίνηση που ο Τάουφικ δικαιολόγησε ως συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για τη δυνατή μουσική.

Πραγματική αιτία για τη διαμάχη, ωστόσο, φαίνεται ότι ήταν ένα γυάλινο γλυπτό που ο Γκρος τοποθέτησε κοντά στον φράχτη που χωρίζει τα σπίτια των δύο ανδρών, το οποίο σύμφωνα με τον Τάουφικ ήταν “ενοχλητικό” και εμπόδιζε την θέα του στον ωκεανό.

Ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κομητείας Όραντζ απεφάνθη στις 23 Δεκεμβρίου ότι ο Γκρος και η Σβαρτς όντως παρενόχλησαν τον Τάουφικ και απαγόρευσε στο ζευγάρι να βάζει μουσική, εάν οι ίδιοι δεν βρίσκονται σε εξωτερικό χώρο. Ο Γκρος δήλωσε στο Forbes ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Σβαρτς “απογοητεύτηκαν από την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά φυσικά θα τη σεβαστούν”. Υποσχέθηκαν ότι δεν θα βάζουν δυνατά τη μουσική – αλλά δήλωσαν ότι “θα συνεχίσουν να χορεύουν το τραγούδι του Gilligan’s Island για πάντα”.