Έκφραση ΠΙΣΤΗΣ και ΛΟΓΟΥ το βιβλίο του Θανάση Γεωργιάδη «Η Μεγάλη Πορεία»

116

Γράφει ο Θανάσης Μπίντας

 

Το να γράψεις κριτική προσέγγιση σε βιβλίο του Θανάση Γεωργιάδη δεν θα μπορούσε παρά να είσαι ηδύλογος διότι ότι δημιουργεί ο Θανάσης πηγάζει ex animo.

Δεν θέλω, όμως, να σταθώ στο ιστορικό μέρος του γεγονότος της «Πορείας». Το περιγράφει ενδελεχώς και εναργέστατα ο Θανάσης Γεωργιάδης έτσι ώστε να μην αφαιρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη ούτε στιγμή. Θα αναζητήσω την αξιακή πραγματικότητα του εγχειρήματος, τον κοινωνικό συμβολισμό του και θα εστιάσω στην εσωτερική συμπύκνωση των δρωμένων. Δράσεις σαν την «Πορεία» αυτή χαρακτηρίζονται από διατοπικότητα και διαχρονικότητα, διοργανώνονται πολύ σπάνια και μόνο από εκλεκτούς.

Ήταν μια συλλογική έκρηξη, μια αντιπαλότητα στα εκπαιδευτικά κατεστημένα με συνέπεια και συνέχεια. Ήταν ένα σάλπισμα-ράπισμα στην αβελτηρία των κρατούντων που μας ζητούν συνήθως «να μη σκεφτόμαστε εμείς διότι σκέφτονται αυτοί για μας». Συγκυρίες, όμως, σαν αυτή ωθεί τους εχέφρονες να επαναστατήσουν και να επαναδιατυπώσουν καινούριους χάρτες μιας νέας πραγματικότητας.

Η «Πορεία» αυτή δεν ήταν «πολιτική επιλογή» με τη (διε)φθαρμένη σήμερα έννοια του όρου, όμως, ήταν βαθειά πολιτική ως καρτερίας, πράξη αυτοεκτίμησης και λογικής του «ενστίκτου» χωρίς αντιδράσεις αγελαίας συμπεριφοράς αλλά με στοιχεία αυτοκυριαρχίας, με αξιακές επιλογές που προέκυπτε από τη χρεία μιας  ουσιαστικής μεταρρύθμισης και όχι επιφανειακού εντυπωσιασμού. Ο στόχος ήταν μοναδικά ανιδιοτελής και όλη η ατμόσφαιρα της κίνησης δεν έμοιαζε με πολιτικάντικη φανφάρα χωρίς ιδεολογική ποιότητα. Ήταν μια έκφραση ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ, κάτι που έλλειπε από το σκευωριακά πολύκροτο «πολυτεχνείο» με την υποβολιμιαία οργάνωσή του.

Οι νέοι αυτής της «Πορείας» ήταν μικροί, απλοϊκοί αλλά γνήσιοι, αληθινοί και αυτόβουλοι. Ήταν κοινοί, ταπεινοί, ασήμαντοι, αλλά δραματικοί ως και σπαραχτικοί. Είχαν θέληση, όχι όμως τη δύναμη να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους, τα όνειρά τους. Ο κάθε ένας τους ήταν τόσοι πολλοί όσες και οι δυνατότητες που έκρυβαν μέσα τους. Δεν ήταν Αντί, ήταν Συν. Δεν ήθελαν να γκρεμίσουν αλλά να χτίσουν. Υπέφεραν από τη σκληρότητα και την αναλγησία της αρτηριοσκλήρυνσης των «υπευθύνων», τους λαπιστές της Αθήνας και τους λασανοφόρους των υπουργών, όλους αυτούς που τους χαρακτηρίζει μια πολυθόρυβη αγραμματοσύνη και εφήμερες χρησιμοθηρικές πρακτικές. «Timeo lectorem unius libri» (εγώ φοβάμαι τον αναγνώστη ενός βιβλίου).

Τα «παιδιά του δρόμου»: τόσοι πολλοί αλλά μόνοι τους, τόσο έρημοι μα και κοσμοπολίτες, όσο «παρηκμασμένοι» άλλο τόσο προοδευτικοί !

  • Ποιοι είμαστε ;
  • Που πάμε ;
  • Ποιος είναι ο προορισμός μας ;
  • Ποιο το μέλλον μας ;
  • Υπάρχει λύση ;

Cogito ergo sum (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω), όταν σκέφτομαι δημιουργικά, όταν θέλω να γκρεμίσω όλες τις αραχνιασμένες αντιλήψεις για να στήσω νέες, ολόφρεσκιες.

Να γιατί ήταν μια «Πορεία» αυτογνωσίας, μια διαδικασία-δοκιμασία συν-εννόησης με ετερογενή στοιχεία συντηκόμενα, καινοτόμα, ενωτικά, αισιόδοξα, κόντρα στη διάβρωση των κοινωνικών αυτονόητων.

Ήταν μία «Πορεία» αδιέξοδη ;

Ήταν μια αναζήτηση ανεκπλήρωτη ;

Ήταν μια «Πορεία» με τοπική ιδιοσυστασία ;

Ήταν τελικά μια φενάκη ;

               ΟΧΙ !

Η ελεύθερη δημιουργική δράση είναι η ύψιστη λειτουργία του ανθρώπου απότοκος της οποίας είναι η συλλογική χαρά, η αυτοπραγμάτωση, η δικαίωση. Δεν ήταν μια δράση υποκειμενισμού αλλά ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας του νου. Ήταν μια πράξη φιλοσοφημένη. Ο Αριστοτέλης είπε πω η φιλοσοφία δεν είναι χρηστική διότι δεν σου κάνει εκδούλευση. Δεν είναι στην υπηρεσία κανενός διότι μας διδάσκει να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι.

Εποχές και γεγονότα τέτοιας συγκέντρωσης και συμπύκνωσης δεν συμβαίνουν συχνά και ούτε κρατούν για πάντα.

Το βιβλίο του Θανάση Γεωργιάδη λειτουργεί ως θυμητάρι μαζί και λιβάνι. Omnia mutantur (όλα αλλάζουν). Πέρασαν τα χρόνια. Η «Πορεία» είναι ένα παρελθόν. Το παρελθόν νοείται ως αξία όταν εντάσσεται στο σήμερα των πολιτών με τα μηνύματα που κουβαλά. Στο σημερινό ατελεύτητο καταναλωτικό γλεντοκόπι η «Πορεία» του Θανάση Γεωργιάδη βοά πως η ζωή είναι στίβος αγώνα προς την ΑΡΕΤΗ.

 

Θανάσης Μπίντας