Γ. Τσεκλένης: Aκούραστος, ασυμβίβαστος, υπερ-δημιουργικός

26

Σε όλες τις εκφάνσεις, το δημιουργικό ταλέντο του Γιάννη Τσεκλένη ((1937-2020) συνοδευόταν από το επιχειρηματικό του πνεύμα.

Ηταν η λαμπρή εξαίρεση σε έναν συχνά δύσκολο κανόνα. Εκείνον που για πολλούς και διαφορετικούς λόγους βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη ενός επώνυμου made in Greece. Ο ακούραστος, ασυμβίβαστος, υπερ-δημιουργικός Γιάννης Τσεκλένης, ο σχεδιαστής υφασμάτων και ρούχων που τοποθέτησε την Ελλάδα στην παγκόσμια αρένα της μόδας τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, πέθανε την περασμένη Τετάρτη στην Αθήνα. Ηταν 82 ετών. Αφήνει πίσω του τη σύντροφό του Εφη Μελά και τον γιο του, τον σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Τσεκλένη.

Με τα μάτια πάντα στραμμένα στο αύριο, έχοντας όμως ουσιαστική επίγνωση του χθες και του τώρα, ο Γιάννης Τσεκλένης δημιούργησε σχεδιαστική υπεραξία, με ρούχα που έφτασαν να πωλούνται σε 30 χώρες. Για χρόνια το όνομά του ήταν συνώνυμο με την ελληνική μόδα, όμως η υπογραφή του είχε μπει και στην ευρύτερη καθημερινότητα των Ελλήνων – σε σχολικές ποδιές, σε λεωφορεία, σε τρένα και σε αεροπλάνα. Σε όλες του τις εκφάνσεις, το δημιουργικό του ταλέντο συνοδευόταν πάντα από το επιχειρηματικό του πνεύμα, την αίσθηση που είχε για την αγορά, την προώθηση και το branding.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937 και τα παιδικά και νεανικά του χρόνια ήταν γεμάτα από ιστορίες που είχαν να κάνουν με τον συχνά ατίθασο χαρακτήρα του. Ανθρωπος με τεράστια θέληση, έκανε μια «επανεκκίνηση» στη ζωή του όταν η επιστροφή ενός μελανώματος τον οδήγησε σε ακρωτηριασμό του ενός χεριού το 1977.  

Πάντα πολύπλευρος, ξεκίνησε από τον χώρο της διαφήμισης πριν εισέλθει στο ύφασμα μέσω μιας συλλογής ρούχων για τον φίλο του Ντίμη Κρίτσα το 1965. Η κολεξιόν κατέληξε στην Elizabeth Arden Couture στη Νέα Υόρκη και άνθρωποι της βιομηχανίας της μόδας τον παρότρυναν να προχωρήσει σε σχεδιασμό ρούχων και ο ίδιος. Ηταν η εποχή της νέας dolce vita, την οποία μετέφραζαν αισθητικά δημιουργοί όπως ο Ιταλός Emilio Pucci, και ο Ελληνας σχεδιαστής μπήκε δυναμικά στο διεθνές παιχνίδι αναπτύσσοντας περίπου 50 θεματικές συλλογές. Η Ελλάδα ήταν η μεγάλη πρωταγωνίστρια – Βυζάντιο, αγγεία και πηλιορείτικες ξυλογραφίες, μεταξύ τόσων άλλων–, όμως, συγχρόνως, τα μολύβια του σχεδίαζαν έντομα και βουντού αλλά και σκηνές από την πολιτιστική κληρονομιά του υπόλοιπου κόσμου.

Το 1969, ένα ειδικό αφιέρωμα σε Ελληνες δημιουργούς στο περιοδικό Life είχε γίνει χάρη στις δικές του προσπάθειες, οι οποίες συνεχίστηκαν και την επόμενη χρονιά, όταν το Φεστιβάλ Ελληνικής Μόδας στα ξενοδοχεία Μεγάλη Βρεταννία και Αστέρα έφεραν στην Αθήνα καταξιωμένους δημοσιογράφους από τον χώρο της μόδας, μαζί με ιδιαίτερα επιτυχημένους Ελληνες της διασποράς, όπως ο Αλεξανδρινός Ζαν Ντεσές και ο Ελληνοαμερικανός Τζέιμς Γκαλάνος.

Μια βαθιά απογοήτευση του Τσεκλένη ήταν η πορεία –ή μάλλον η μη πορεία– της ελληνικής μόδας και το γεγονός ότι το εγχώριο ταλέντο δεν ενώθηκε ποτέ ουσιαστικά με τους παραγωγικούς κλάδους για την ανάπτυξη ενός προϊόντος με επωνυμία. «Σήμερα είναι ευκολότερο να βγεις στο εξωτερικό λόγω της επικοινωνίας, μεταξύ άλλων. Τις δεκαετίες ’60 έως ’90 η ελληνική βιομηχανία και το ελληνικό ντιζάιν διατηρούσαν ανέραστη σχέση», μου είχε πει σε συνέντευξή του στο «Κ» της «Καθημερινής» το 2017. «Το ’70 και το ’80 η Ελλάδα ήταν η 12η εξαγωγική χώρα σε έτοιμα ενδύματα, αλλά μόνο σε προϊόντα φασόν. Η χώρα πουλούσε τζάμπα εργατικό δυναμικό. Ελεγα τότε: Κάντε ένα brand με την υπογραφή σας. Αν δεν μπορείτε, βάλτε ένα Made in Greece ταμπελάκι τουλάχιστον».

Στο Μαρκόπουλο, όπου διατηρούσε την παραγωγή του και το προσωπικό είχε κάποτε φτάσει τα 500 άτομα, οι μηχανές σταμάτησαν να λειτουργούν όταν η είδηση ότι έπασχε από καρκίνο έκανε τον γύρο της αγοράς, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να σταματήσουν τα κεφάλαια κίνησης. Τη δεκαετία του 1980 ανέλαβε για ένα διάστημα την Πειραϊκή-Πατραϊκή, ενώ αργότερα ασχολήθηκε με ανανεωμένο κέφι με την επιμέλεια χώρων σε ξενοδοχεία και κατοικίες.

«Απόλαυσα μια εποχή που η μόδα κατέβαινε ευγενικά στο πεζοδρόμιο. Η μεγάλη πρόκληση και ικανοποίηση ήταν ένα ταξίδι στην Αυστραλία την εποχή που έκανες τρεις στάσεις», μου είχε πει στη συνέντευξή του στο «Κ». «Ετυχε λοιπόν να δω ρούχα μου στην Μπανγκόκ, στο Χονγκ Κονγκ και στην Αυστραλία. Πάντα έφτιαχνα για τον πολύ κόσμο, με μια γκάμα τιμών. Δεν έκανα στατικά ρούχα που τα βλέπεις και λες “πώς κάθεσαι μ’ αυτό το ρούχο;”. Εκανα “εύκολα” ρούχα, που τα πέταγες στη βαλίτσα, τα έβγαζες και τα φόραγες σ’ ένα κοκτέιλ, δεν χρειαζόταν καν να τα ατμίσεις. Επίσης, δημιουργούσαν απορίες και είχαν ενδιαφέρον».

Τα τελευταία χρόνια, το ανήσυχο πνεύμα του και η όρεξη για ζωντανό διάλογο και επικοινωνία τον οδηγούσαν συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου έδινε το δικό του στίγμα στην πάντα επίκαιρη και αναγκαία συζήτηση περί αισθητικής. Την ίδια στιγμή, χαιρόταν με τις επιτυχίες νεότερων Ελλήνων συναδέλφων του, όπως εκείνη της Σοφίας Κοκοσαλάκη, με την οποία είχαν βρεθεί σε ένα κοινό πρότζεκτ το 2017. Τον περασμένο Οκτώβριο, εμφανώς συγκινημένος, στεκόταν όρθιος στην εξόδιο ακολουθία της Ελληνίδας σχεδιάστριας που, όπως και εκείνος, είχε ξεπεράσει τόσο δημιουργικά τα ελληνικά σύνορα. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, ο Τσεκλένης παρουσίασε με ιδιαίτερη χαρά μια συνεργασία με μια εταιρεία νέων Ελλήνων, όπου ένα vintage σχέδιό του είχε αποτελέσει τη βάση για ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου. Συγχρόνως, τα φουλάρια του, βασισμένα σε κάποιες από τις θεματικές του συλλογές, είχαν βρει τη δική τους παραγωγή στο Σουφλί, το ιστορικό «σπίτι» του ελληνικού μεταξιού.    

Στο μεταξύ, ο Τσεκλένης είχε δωρίσει το σύνολο των συλλογών του στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (ΠΛΙ). Με την ιδρύτριά του, τη σκηνογράφο-ενδυματολόγο και ιστορικό του ενδύματος, Ιωάννα Παπαντωνίου, ήταν παιδικοί φίλοι, ενώ οι επαγγελματικές τους πορείες τούς είχαν φέρει και πάλι πολύ κοντά. Σύμφωνα με το ίδρυμα, μια έκθεση πάνω στην οποία εργαζόταν το τελευταίο διάστημα ο Γιάννης Τσεκλένης θα πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Μπενάκη, σε συνεργασία του ΠΛΙ με το Φουγάρο.  

«Εφυγε μια μεγάλη προσωπικότητα, ένας βαθύτατα μορφωμένος, με σπάνια άνεση λόγου άνθρωπος. Είχε απόψεις για τα πάντα, ήταν πολιτικοποιημένος», τόνισε η Ιωάννα Παπαντωνίου, μιλώντας στην «Κ». «Το μεγάλο του χάρισμα ήταν η προσωπικότητα και η μόρφωσή του. Είναι από εκείνους τους Ελληνες που τους έχουμε ανάγκη να ζουν 200 χρόνια». 

Πηγή: kathimerini.gr