Γ. Τσεκλένης: «Να ζήσω, να φάω, να πιω, να γελάσω, να ερωτευθώ»

213

Την τελευταία φορά που τον συνάντησα με αφορμή μια συνέντευξη για την «Κ» ήταν στο γραφείο του της οδού Κολωνού, ένα πρωινό με αφόρητη ζέστη και χαλασμένο κλιματιστικό. Φορούσε ένα γαλάζιο πουκάμισο, που τον έκανε να φαίνεται δροσερός, και στεκόταν δίπλα στο σχεδιαστήριό του, το οποίο ήταν γεμάτο οικογενειακές φωτογραφίες, βιβλία τέχνης, παλιές μακέτες και πολλά νέα σχέδια. 

Ετσι ήταν ο Γιάννης Τσεκλένης, τον θάνατο του οποίου πληροφορηθήκαμε με λύπη χθες. Στα 82 του χρόνια εξακολουθούσε να είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ιδέες, ακαταπόνητος, ενθουσιώδης, δυνατός και εξαιρετικά ταλαντούχος. Η εξιστόρηση της ζωής του θα μπορούσε να γεμίσει πολλές σελίδες. Η μοίρα τού έδωσε απλόχερα δώρα, και με τον ίδιο τρόπο τού τα στέρησε: Φήμη, χρήματα, αγαπημένους ανθρώπους, αλλά και σοβαρά προβλήματα στην υγεία του σε πολύ νεαρή ηλικία. Ποτέ όμως δεν τον κατέβαλε, ούτε τον έβγαλε, όπως ο ίδιος έλεγε, «έξω από το παιχνίδι».


Στη Μύκονο, φωτογράφιση από τις «Πολυχρωμίες του Αιγαίου», 1980 (αριστερά). Οι στολές για την Ολυμπιακή, το 1971, μετά την παραγγελία του Αριστοτέλη Ωνάση (δεξιά).

Μεγάλωσε καλομαθημένος, ωραίος, αθλητικός, bon vivant της Αθήνας. Μαθήτευσε στον πάγκο του οικογενειακού καταστήματος υφασμάτων, πήρε την πατρική ευχή να μην εγκαταλείψει τη μόδα, στην οποία από νωρίς έδειξε ταλέντο, και την ακολούθησε θέλοντας να δημιουργήσει στην Ελλάδα μια βιομηχανία παραγωγής επώνυμων ενδυμάτων με διεθνή ακτινοβολία. Την έφτιαξε και την έχασε. Και ξεκίνησε πάλι από την αρχή.  «Ο Γιάννης Τσεκλένης είναι μια σύνθετη για τα ελληνικά δεδομένα περίπτωση:  σχεδιαστής υφασμάτων, μόδας, αεροπλάνων και μέσων μεταφοράς, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, φωτογράφος, αρχιτέκτονας εσωτερικών χώρων και, κυρίως, οραματιστής. Με το πέρασμά του σημάδεψε πάνω από πέντε δεκαετίες», έγραφε για εκείνον ο Δημήτρης Ξανθούλης, o oποίος επιμελήθηκε την αναδρομική έκθεση «Γιάννης Τσεκλένης: Τα χρόνια της μόδας» στον Πολυχώρο Φουγάρο τον Οκτώβριο του 2018. «Η πορεία του ταυτίζεται με το πέρασμα της ίδιας της Ελλάδας από την “εποχή της αθωότητας” της δεκαετίας του ’60 σε μια σκληρή ενηλικίωση, με το όνειρο μιας βιομηχανικής επανάστασης να συντρίβεται και μια χαμένη ευκαιρία για τη χώρα να γίνει υπολογίσιμος παράγοντας στον διεθνή χώρο της μόδας».

Σε εκείνη τη συνέντευξη είχα ρωτήσει τον Γιάννη Τσεκλένη πώς άντεξε τις εναλλαγές των θριάμβων και των καταστροφών που έζησε. «Πρέπει να έχεις γυμναστεί για να το αντέχεις», απάντησε. «Αν διαβάσετε Λουκιανό, τη σάτιρα περί θανάτου, θα αντιληφθείτε πόσο φευγαλέα είναι η ζωή. Σε μια συγκυρία όλα καταστρέφονται, και τότε εκείνο που μετράει είναι η επιβίωση: να ζήσω, να φάω, να πιω, να γελάσω, να ερωτευθώ».

Ο Γιάννης Τσεκλένης είχε δωρίσει το σύνολο των συλλογών του στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα. Εφυγε σε ηλικία 82 ετών εξαιτίας βαριάς ίωσης, η οποία επιβάρυνε την καρδιά του. Ετοίμαζε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο τέλος του χρόνου, η οποία και θα γίνει προς τιμήν του από τους φορείς που την έχουν αναλάβει. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο.

Πηγή: kathimerini.gr