Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις για τράπεζες και μετόχους

115

Της Νένας Μαλλιάρα

Αντιμέτωπες με τρεις μεγάλες θετικές προκλήσεις βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες το 2020. Προκλήσεις που θα καθορίσουν όχι μόνο την πορεία τους αλλά και τη “συμπεριφορά” των βασικών μετόχων τους, καθώς και των αγορών, μέσα στο νέο έτος. Έτος κατά το οποίο θα περάσουν επίσης από τη δοκιμασία των πανευρωπαϊκών stress tests της ΕΚΤ.

Ενδεικτική των προσδοκιών για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι η δραστική μείωση των στοιχημάτων κατά των ελληνικών τραπεζών ορισμένων funds (μείωση θέσεων short) τα οποία αποδείχθηκαν ζημιογόνα για το 2019. Αυτό είναι ένα καλό νέο στις αρχές του χρόνου και ιδιαίτερα θετικό για τις προκλήσεις του 2020.Πρέπει να σημειωθεί, άλλωστε, ότι η υγεία του τραπεζικού συστήματος είναι σημαντική για την ίδια την οικονομία αλλά και για τη χρηματιστηριακή αγορά. Καθώς είναι δεδομένο ότι η οποιαδήποτε, μακροπρόθεσμα, ανοδική προσδοκία στο Ελληνικό Χρηματιστήριο περνά μέσα από τις τραπεζικές μετοχές. Οι μεγάλες προκλήσεις των τραπεζών θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και τη δυνατότητά τους να αντλήσουν, όταν αυτό χρειασθεί, πιθανότατα την επόμενη χρονιά, νέα κεφάλαια για την ανάπτυξή τους με βάση το νέο τραπεζικό μοντέλο όπως διαμορφώνεται. Άλλωστε στην κατεύθυνση αυτή κινούνται και οι θετικές εκτιμήσεις των διεθνών οίκων, αλλά και η θετική προσδοκία που φαίνεται πως υπάρχει στους νυν διεθνείς μετόχους.

Το ευτύχημα είναι ότι οι δράσεις που αναλαμβάνουν θα εξελιχθούν σε ένα περιβάλλον στο οποίο διεθνώς και ειδικά στην Ευρωζώνη το “κόστος” αναχρηματοδότησης παραμένει εξαιρετικά χαμηλό, ενώ η μεταβατική κατάσταση στην οποία κινείται η ελληνική οικονομία από μία διαβάθμιση “non investment grade” σε “investment grade” διευκολύνει και στηρίζει τη μεταμόρφωση του τραπεζικού συστήματος.

Το “τρίαθλο” στο οποίο συμμετέχουν και στο οποίο στοχεύουν να βγουν “νικήτριες” σε κερδοφορία, ψηφιοποίηση λειτουργίας και “κόκκινα” δάνεια οι ελληνικές τράπεζες αποτελεί μείζονα ευκαιρία υπέρβασης της κατάστασης στην οποία είχε διολισθήσει την προηγούμενη δεκαετία το τραπεζικό σύστημα.

Από το πόσο γρήγορα και επιτυχώς θα “κολυμπήσουν” στα “νερά” των αγορών για να αυξήσουν τα κέρδη τους, θα “κάνουν πετάλι” για να καλύψουν τα “ετάπ” που τις χωρίζουν ψηφιακά από τον ανταγωνισμό στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και θα “σπριντάρουν” για να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους, θα κριθεί το μέλλον τους στη νέα δεκαετία.

Το 2020 ορίζει το πεδίο των νέων προκλήσεων και υποχρεώνει σε ένα συντονισμένο και πολύ δυναμικό ξεκίνημα, με στόχο τον πλήρη μετασχηματισμό των τραπεζών και του μοντέλου λειτουργίας τους για τα χρόνια που έρχονται.

Η αύξηση των κερδών

Σε ένα δυσκολότερο περιβάλλον από πλευράς πηγών εσόδων και ανταγωνισμού, η αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών, πανευρωπαϊκά, αποτελεί μείζονα προτεραιότητα και αναγκαία συνθήκη για την ενίσχυση της χρηματοδότησης της πραγματικής oικονομίας.

Για τις ελληνικές τράπεζες, η αύξηση των κερδών έχει συνδεθεί μέχρι σήμερα στενά με την περαιτέρω μείωση του λειτουργικού τους κόστους και έχει αγνοήσει μία άλλη παράμετρο που συνδέεται με τη μείωση των “κόκκινων” δανείων. Πρόκειται για τις προβλέψεις που έχουν σχηματιστεί για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και οι οποίες, όσο μειώνονται τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών, θα απελευθερώνονται και θα μπορούν να επιστρέψουν στις τράπεζες ως παραγωγικά κεφάλαια. Όπως αναφέρουν τραπεζίτες στο “Κ”, η αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών φέτος, θα προέλθει από τη μείωση των προβλέψεων και όχι από τα οργανικά αποτελέσματα. Όπως εξηγούν, πουλώντας “κόκκινα” δάνεια, οι τράπεζες χάνουν τα έσοδα από τόκους που απέφεραν τα δάνεια αυτά. Από την άλλη πλευρά, όμως, μειώνοντας τα προβληματικά τους χαρτοφυλάκια, μειώνουν και τις προβλέψεις που αναγκάζονται να σχηματίζουν για αυτά. Το καθαρό αποτέλεσμα των δύο αυτών συγκυριών αναμένεται ότι θα ελαφρύνει φέτος την κάθε τράπεζα από προβλέψεις ύψους 500 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ. Όπως εκτιμάται, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα μπορούσαν να μειώσουν φέτος τις προβλέψεις τους για επισφαλή δάνεια κατά 3-4 δισ. ευρώ, προς όφελος της κερδοφορίας τους. Σημειώνεται ότι μόνο στο εννεάμηνο του προηγούμενου έτους, αν και μειούμενες, οι προβλέψεις των τραπεζών για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου ξεπέρασαν τα 2 δισ. ευρώ.

Το “στοίχημα” της αύξησης της κερδοφορίας για τις τράπεζες αποτυπώνεται και στις διαπιστώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπως αναφέρεται στην Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, το 2019 οι τράπεζες παρουσίασαν αυξημένη λειτουργική κερδοφορία σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2018. Η κερδοφορία αυτή, ωστόσο, στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό σε μη επαναλαμβανόμενα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις.

Ειδικότερα, την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019 τα καθαρά έσοδα των τραπεζών (λειτουργικά έσοδα μείον λειτουργικά έξοδα) εμφάνισαν άνοδο και τα κέρδη προ φόρων αυξήθηκαν σημαντικά. Οι εξελίξεις αυτές οφείλονται, ωστόσο, σε σημαντικό βαθμό στην αύξηση των κερδών από χρηματοοικονομικές πράξεις και άλλων μη επαναλαμβανόμενων εσόδων καθώς και στην περαιτέρω συγκράτηση των εξόδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έσοδα από τοκοφόρες εργασίες, τα οποία αποτελούν τα 3/4 περίπου των λειτουργικών εσόδων (έναντι 58% περίπου κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.), συνέχισαν να μειώνονται, κυρίως εξαιτίας της συρρίκνωσης του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.

Επίσης, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες εμφάνισαν μικρή μείωση σε ετήσια βάση και αποτελούν περίπου το 15% των εσόδων των ελληνικών τραπεζών (τρίτο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε., όπου ο μέσος όρος είναι διπλάσιος του ελληνικού).

Όσον αφορά τα έξοδα, συνεχίστηκε η προσπάθεια για περαιτέρω μείωση του λειτουργικού κόστους μέσω εξορθολογισμού του δικτύου καταστημάτων και περιστολής των γενικών διοικητικών εξόδων. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος εξόδων προς έσοδα των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 50,9%, επίδοση σημαντικά καλύτερη του μέσου ευρωπαϊκού όρου (64%).

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός

Ο ψηφιακός τους μετασχηματισμός, που συνοδεύεται από την αλλαγή της εταιρικής κουλτούρας, θα αποτελέσει επίσης μια επείγουσα προτεραιότητα για τις τράπεζες, στην οποία, μέχρι τα τέλη της προσεχούς τριετίας, θα έχουν επενδύσει αθροιστικά κεφάλαια της τάξεως του 1 δισ. ευρώ (σημειώνεται ότι οι επενδύσεις στην τεχνολογία βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη κατά την τελευταία τριετία και από φέτος θα αυξηθούν γεωμετρικά).

Για τις τράπεζες είναι επιτακτική η ανάγκη να προσαρμόσουν έγκαιρα τη λειτουργία τους στις επιταγές της ψηφιακής επανάστασης και της έντασης του ανταγωνισμού, επωφελούμενες από τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες και μειώνοντας τα κόστη τους. Και αυτό διότι στον τραπεζικό χώρο μπαίνουν και “παίκτες” από τους τομείς τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ηλεκτρονικού εμπορίου όπως οι Google, Facebook, Amazon, Apple, οι οποίοι προσφέρουν ταχύτερες και ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές και υπηρεσίες. Η μεγάλη πρόκληση για τις τράπεζες είναι το πώς, με την αναπόφευκτη ψηφιοποίησή τους, δεν θα μειώσουν τα έσοδά τους, αφού οι νέοι “παίκτες” διαμορφώνουν μία πολύ χαμηλή τιμολόγηση για τις online τραπεζικές υπηρεσίες τους. Παράλληλα, οι τράπεζες πρέπει να διαχειριστούν και το κόστος της ψηφιοποίησης, αφού, όπως αναφέρουν τραπεζίτες στο “Κ”, κάθε 100 εκατ. ευρώ επένδυσης σε τεχνολογία “γεννάνε” 25 εκατ. ευρώ έξοδα (όπως υπολογίζεται, τα 10 εκατ. ευρώ για αποσβέσεις και τα υπόλοιπα ως έξοδα συντήρησης).

Στόχος των τραπεζών μέσω των επενδύσεων στην ψηφιοποίηση είναι, σταδιακά, το 90% των συναλλαγών να μεταφερθεί από τα ταμεία των καταστημάτων στα ψηφιακά κανάλια. Παράλληλα, οι τράπεζες επιδιώκουν να κερδίσουν νέους πελάτες. Ενδεικτικά, η Εθνική Τράπεζα που παρουσίασε, στην εκπνοή του 2019, το τριετές πλάνο ψηφιακού μετασχηματισμού της και το Digital Customer Onboarding (δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα, να γίνουν πελάτες της τράπεζας από το κινητό τους, χωρίς να απαιτείται επίσκεψη στο κατάστημα), στοχεύει σε 40.000-50.000 νέους πελάτες το 2020. Αυτή τη στιγμή, πάνω από 300 άτομα δουλεύουν αποκλειστικά για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ΕΤΕ, ενώ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, πάνω από το 40%-50% των εργατοωρών του ανθρώπινου δυναμικού της Τράπεζας θα αφιερωθεί στο έργο αυτό. Το παράδειγμα της Εθνικής Τράπεζας (η οποία είναι αυτή που είχε καθυστερήσει περισσότερο τις διεργασίες μετάβασής της στην ψηφιακή εποχή) είναι ενδεικτικό του γενικού ψηφιακού “συναγερμού” που επικρατεί στις τράπεζες.

Σημειώνεται ότι έναντι μέσου όρου διείσδυσης του digital banking 54% στην Ευρωζώνη, το ποσοστό της Ελλάδας ανέρχεται σε μόλις 27%. Ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν με ιλιγγιώδη ρυθμό, αφού πλέον η νέα γενιά πελατών των τραπεζών –άνθρωποι στην ηλικιακή κατηγορία 18-24 ετών– ζουν μέσα από το κινητό τους, ξοδεύοντας σε αυτό 7 ώρες ημερησίως. Πλέον, 1 στις 5 εγγραφές πελατών στις τράπεζες γίνεται μέσω κινητού, ο αριθμός των συναλλαγών μέσω διαδικτύου και κινητού τηλεφώνου είναι τριπλάσιος από των άλλων καναλιών, ενώ το mobile banking ανέρχεται τόσο δυναμικά που θα “κατατροπώσει” σύντομα και το web banking.

Έρευνα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών σε συνεργασία με την ΕΥ είχε δείξει ότι το 67% των Ελλήνων χρησιμοποιεί το internet για τις συναλλαγές του με τις τράπεζες, έναντι ποσοστού 81% στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28. Την ίδια στιγμή, το ποσοστό των χρηστών Smartphone, από 12% το 2012, έφτασε το 66% στα τέλη του 2017, ενώ κάθε πελάτης είναι συνδεδεμένος με 2,3 συσκευές μέσω των οποίων διενεργεί συναλλαγές με το τραπεζικό σύστημα.

Το 73% των ενεργών χρηστών web banking πραγματοποιούν περίπου 277 συναλλαγές ανά λεπτό μέσω διαδικτύου, η αξία των συναλλαγών μέσω web banking ανέρχεται σε 221,7 δισ. ευρώ, ενώ περίπου 886.000 είναι οι συνδέσεις που γίνονται καθημερινά στο web banking.

Αντιστοίχως, το 43% των ενεργών χρηστών mobile banking, πραγματοποιούν περίπου 27 συναλλαγές μέσω κινητού τηλεφώνου ανά λεπτό, η αξία των συναλλαγών μέσω mobile ανέρχεται σε 4,7 δισ. ευρώ, ενώ οι καθημερινές συνδέσεις στο mobile banking ανέρχονται σε περίπου 416.000.

Αυτά τα δεδομένα, που σημειωτέον δεν ενσωματώνουν τις εξελίξεις του προηγούμενου έτους, δείχνουν ξεκάθαρα το ψηφιακό “τσουνάμι” για τις τράπεζες και την απειλή επιβίωσης για όποια καθυστερήσει την προσαρμογή της στις εξελίξεις που φέρνει η τεχνολογία.

Τα “κόκκινα” δάνεια

Τα “κόκκινα” δάνεια αποτελούν τροχοπέδη για τις τράπεζες, καθώς ο λόγος τους προς το σύνολο του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών ανέρχεται στο 42,1%, με βάση τα στοιχεία Σεπτεμβρίου 2019. Με αρωγό τον “Ηρακλή”, οι τράπεζες στοχεύουν να μειώσουν τον παραπάνω δείκτη κάτω του 20% στο τέλος του 2021 και σε μονοψήφιο ποσοστό το 2022. Σημειώνεται ότι ο μέσος όρος του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στην υπόλοιπη Ευρώπη κινείται ήδη κάτω του 3,5%.

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2019, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών υποχώρησαν στα 71,2 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 10,6 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2018 και κατά περίπου 36 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδό τους. Η υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2019 επιτεύχθηκε, κυρίως, μέσω πωλήσεων δανείων, ύψους 7,1 δισ. ευρώ και διαγραφών, ύψους 3,1 δισ. ευρώ.

Ως προς τις επιμέρους κατηγορίες χαρτοφυλακίων, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώνεται σε 43% για το στεγαστικά δάνεια, 49,7% για το καταναλωτικά και 40,4% για το επιχειρηματικά. Εντός του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου, ο δείκτης για το χαρτοφυλάκιο τόσο των ελευθέρων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, όσο και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων παραμένει ιδιαίτερα υψηλός (64,2% και 55,3% αντίστοιχα). Καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (22,4%) και στο χαρτοφυλάκιο των ναυτιλιακών δανείων (17,4%).

Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της ΤτΕ, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, παρά τις βελτιώσεις στο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, οι εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (δηλαδή μέσω αναδιαρθρώσεων δανείων, είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών, ρευστοποίησης εξασφαλίσεων κ.λπ.) παραμένουν περιορισμένες.

Όσον αφορά τη διάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το 48,9% του υπολοίπου αφορά δανειακές συμβάσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, το 30,8% δάνεια αβέβαιης είσπραξης (“unlikely to pay”) και το 20,3% δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών τα οποία δεν έχουν ακόμη καταγγελθεί. Επίσης, υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανειοληπτών (14,4% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων) που έχουν αιτηθεί νομική προστασία.

Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2019 το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων που συνδέονταν με ρυθμίσεις ανερχόταν σε 26,4 δισ. ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί στο 37% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων). Σημειώνεται ότι τα τελευταία έτη οι τράπεζες συνομολογούν κυρίως λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (53,8% του συνόλου των ρυθμίσεων το εννεάμηνο του 2019). Ωστόσο, ανησυχητικά υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανείων που ενώ έχουν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης, εμφανίζουν και πάλι καθυστέρηση μετά τη συνομολόγηση αυτής. Μάλιστα, στο 27,3% των μακροχρόνιων ρυθμίσεων και το 61,9% των βραχυχρόνιων ρυθμίσεων, η καθυστέρηση εμφανίζεται μόλις ένα τρίμηνο μετά την εφαρμογή της ρύθμισης. Τα εν λόγω ποσοστά αυξάνονται σε 40,4% και 83,2% αντίστοιχα σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους από την εφαρμογή της ρύθμισης.

Πηγή: capital.gr

katerini-banner