Δ. Μπαλτάκος: Ανάγκη για αυτοδύναμες αποφάσεις στην άμυνα και στην ασφάλεια

165

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού συνάντησα τυχαία έναν υψηλόβαθμο αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων για τον οποίο είχε διαταχθεί η μετάθεσή του. Η υπηρεσία στην οποία θα πήγαινε, θεωρούσα, είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τον ρώτησα εάν πιστεύει πως από τη νέα του θέση θα καταφέρει να συμβάλει στη διαμόρφωση του κατάλληλου πλαισίου που απαιτείται για τη διενέργεια σύγχρονων επιχειρήσεων. Η απάντησή του ήρθε ως επίρρωση όσων αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των κατώτερων αξιωματικών των Μονάδων Ειδικών Επιχειρήσεων: «Οχι. Πρέπει να ληφθούν σοβαρές και δύσκολες αποφάσεις στο ανώτατο επίπεδο, αν δεν παρθούν, δεν υπάρχει κανέναν νόημα σε όσα κάνουμε».

Η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, δεν κατάφερε να λάβει, αυτοδύναμα, καμία σοβαρή και δύσκολη απόφαση για κανένα από τα μείζονα θέματα. Εξαιρέσεις, όπως η ίδρυση του ΑΣΕΠ από τον Αναστάσιο Πεπονή λειτούργησαν, δυστυχώς, ως αντιπαράδειγμα για την πολιτική ζωή του τόπου, καθώς ο ίδιος πολεμήθηκε σφόδρα με διαδηλώσεις και συνθήματα του τύπου «αν είσαι μάνα και πονείς, για όλα φταίει ο Πεπονής», λοιδορήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους και εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω εσωκομματικής υπονόμευσης. Ας είναι, θα έλεγε κανείς – η ζωή για την Πατρίδα. Εκτοτε, όμως, ο νόμος για το ΑΣΕΠ έχει υποστεί εκτεταμένο κανιβαλισμό με τροπολογίες που ουσιαστικά αλλοίωσαν τον θεσμό και δημιούργησαν τους τρόπους παράκαμψής του. Αρα, ποιο το κίνητρο για έναν πολιτικό να πάρει σοβαρές και δύσκολες αποφάσεις; Ούτε δόξα, ούτε ουσία, παρά μόνο δικαίωση στη ζωή του μέλλοντος αιώνος, που κατά την εκτίμηση επικοινωνιολόγων, είναι υπερβολικά πολύς πολιτικός χρόνος.

Οπως προαναφέρθηκε, η Ελλάδα δεν πήρε ποτέ αποφάσεις αυτοδύναμα. Πήρε όμως αποφάσεις εντός του πλαισίου που έχει τεθεί από το 1827, εξαναγκαζόμενη από τους δανειστές λόγω της οικονομικής κρίσης και της επιβολής των όρων των μνημονίων. Ο πήχυς στη λήψη αποφάσεων είναι τόσο χαμηλά στη χώρα μας, που παρ’ όλη τη δυνατότητα μετάθεσης της ευθύνης στην κανονιστική λειτουργία της πραγματικότητας, μόνο οι πιο γενναίοι σήκωσαν το βάρος και πλήρωσαν, πρόσκαιρα, το τίμημα.

Οι αποφάσεις όμως αυτές –οι μη αυτοδύναμες– αφορούν τομείς, όπως η Οικονομία, η Εργασία και η Ανάπτυξη. Δεν θα μπορούσαν, δυστυχώς, να αφορούν τους τομείς της Πολιτικής Προστασίας, της Ασφάλειας και της Αμυνας γιατί κανένας δανειστής δεν εξαρτά τα συμφέροντά του από το κλείσιμο στρατοπέδων, από τη βελτιστοποίηση της στρατιωτικής θητείας, από την πραγματική, και όχι την εικονική ή την εμπαθή, αξιολόγηση των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και την εκπόνηση στρατηγικών θεσμικών κειμένων.

Δεν θα υπάρξει εξωγενής πίεση για την υιοθέτηση διαδικασιών Σχεδίασης Επιχειρήσεων με τον πρωθυπουργό ως τελικό αποδέκτη των προϊόντων, για την ίδρυση διυπηρεσιακών κέντρων διοίκησης όπως το JIATF-South στη Φλόριντα, το JTTF στη Νέα Υόρκη ή το IntMinKoGr στο Βερολίνο, παρόλο που αυτό καταδεικνύεται ως αδήριτη ανάγκη ύστερα από κάθε διυπηρεσιακή άσκηση ή για την εφαρμογή Εθνικών Επιχειρησιακών Σχεδίων ώστε η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας να μη βρεθεί ποτέ ξανά σε δίλημμα αν, ενώ η Πυροσβεστική αντιμετωπίζει πυρκαγιά στην Κινέτα, χρειαστεί συνδρομή μια άλλη περιοχή, όπως το Μάτι. Αλήθεια, έχει περάσει ένας χρόνος από μια μείζονα διεθνή άσκηση που ενέπλεξε τις πιο κρίσιμες υπηρεσίες της πατρίδας μας – ποιο από τα σαφώς διατυπωμένα διδάγματα έχει υιοθετηθεί; Κανένα.

Στην Ελλάδα αποδίδεται τεράστια έμφαση στα υλικά. Είναι μια πολύ ρηχή προσέγγιση που χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη μη πρόοδο καθώς αποποιούμαστε των ευθυνών μας με τη δικαιολογία της οικονομικής κρίσης.

Τα βασικότερα προβλήματα που μαστίζουν τους τομείς της Αμυνας και της Ασφάλειας έχουν αφετηρία την αδυναμία λήψης αποφάσεων σε τομείς οργανωτικούς, διοικητικούς, λειτουργικούς και κυρίως κοινής λογικής. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι κανένας μπαρουτοκαπνισμένος αντίπαλος δεν συγκινείται από τη δυνητική προμήθεια F-35 ή φρεγατών Belharra. Το πραγματικό μήνυμα στη σιωπηρή πλειοψηφία του στρατεύματος που, αν χρειαστεί θα πολεμήσει, και στους απέναντι, ότι κάτι αλλάζει, θα ήταν, μεταξύ άλλων, η αδιάβλητη επιλογή ηγεσιών, η ίδρυση της Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικού Πολέμου, η προσήλωση σε ρεαλιστική επιχειρησιακή εκπαίδευση και η μετάβαση από λογικές εντός του στρατεύματος της δεκαετίας του 1970 στην πραγματικότητα του νέου αιώνα. Οι εξοπλισμοί είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη.

Οι δομές και διαδικασίες μας δεν μπορούν να στηρίξουν τη διαχείριση δύσκολων κρίσεων. Αναμφισβήτητα ο ανθρώπινος παράγοντας παίζει ρόλο και οι προσωπικές ικανότητες είναι βαρόμετρο του αποτελέσματος – δεν επαρκούν όμως. Εάν δεν ληφθούν αυτοδύναμες αποφάσεις τύπου Πεπονή στους ανωτέρω τομείς, που σε αυτή τη χρονική συγκυρία υπάρχει το ειδικό βάρος, η μέγιστη δημοκρατική νομιμοποίηση για την λήψη τους αλλά και η συγκυριακή αναγκαιότητα, τότε θεωρώ αναπόφευκτο να υποστούμε ξανά και ξανά, αυτό που η συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας δεν έχει ποτέ αντικρίσει και ίσως για αυτό δεν πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση, ήτοι τη μαζική απώλεια ανθρώπινων ζωών απόρροια ανθρώπινης βίας ή φυσικών φαινομένων. Σε συνδυασμό, ίσως, με εθνική ταπείνωση.

* Ο υποπλοίαρχος Λ.Σ. Δ. Μπαλτάκος έχει διατελέσει διοικητής της Μονάδας Υποβρυχίων Αποστολών και ερευνητικός εταίρος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Πηγή: kathimerini.gr