Ζιλ ντε Κερσόβ: Ψηφιακά πειστήρια, το εργαλείο για την καταπολέμηση του εγκλήματος

12

Η πρόσβαση σε ηλεκτρονικά δεδομένα –συχνά αναφερόμενα ως ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία ή «ψηφιακά πειστήρια»– έχει καταστεί απολύτως κρίσιμη για τις ποινικές έρευνες, στον βαθμό που να είναι πλέον απαραίτητη περίπου στο 85% των σχετικών υποθέσεων. Συχνά, αυτού του είδους τα πειστήρια είναι το πρώτο σημαντικό βήμα για την ταυτοποίηση ενός παραβάτη. Σε πολλές έρευνες για αλλοδαπούς τρομοκράτες μαχητές, για παράδειγμα, αυτά τα ψηφιακά πειστήρια –μεταξύ άλλων αναρτήσεις στο Facebook, στιγμιαία μηνύματα στο WhatsΑpp, κλήσεις στο Skype, βίντεο στο YouΤube, φωτογραφίες που κοινοποιούνται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Instagram, έγγραφα αποθηκευμένα στο Dropbox– μπορεί να είναι η μόνη απόδειξη που έχουμε για τη συνενοχή τους στα εγκλήματα της Ντάες ή της Αλ Κάιντα. Συνεπώς, η ασφάλειά μας καθώς και η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και του κυβερνοεγκλήματος εξαρτώνται απολύτως από την πρόσβαση σε τέτοια πειστήρια. Οταν οι Αρχές επιβολής του νόμου ενημερώνονται σχετικά με διαδικτυακές εγκληματικές δραστηριότητες ή όταν σημαντικά ψηφιακά πειστήρια αποκαλύπτονται στο πλαίσιο μιας μη διαδικτυακής έρευνας, συχνά το πρώτο εμπόδιο για τους ερευνώντες είναι να προσδιοριστεί επακριβώς τι έγινε και ποιος είναι υπεύθυνος.

Αν ο ύποπτος ή το θύμα χρησιμοποιεί παραδοσιακά μέσα επικοινωνίας, όπως τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή γραπτά μηνύματα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον πάροχο υπηρεσιών, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις έχει έδρα στον τόπο όπου τελείται το αδίκημα και όπου διενεργείται η έρευνα, να παραδώσει τα δεδομένα. Φυσικά υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας στη διαδικασία και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν πρόβλημα με το να αναγκάζεται ο πάροχος υπηρεσιών να συνεργαστεί και μάλιστα γρήγορα.

Ενα από τα ερωτήματα είναι γιατί η πρόσβαση στις ίδιες πληροφορίες για το ίδιο είδος έρευνας να είναι σημαντικά βραδύτερη, δυσκολότερη και σε ορισμένες περιπτώσεις αδύνατη, απλώς και μόνο επειδή ο ύποπτος ή το θύμα τηλεφωνούσε ή έστελνε γραπτά μηνύματα μέσω του WhatsΑpp αντί μέσω κινητής τηλεφωνίας, για παράδειγμα.

Σε έναν όλο και πιο συνδεδεμένο κόσμο, σπάνια συμβαίνει οι πάροχοι υπηρεσιών και οι αρμόδιες για την έρευνα Αρχές να υπάγονται στην ίδια εθνική δικαιοδοσία.

Συνεπώς, στα δύο τρίτα του συνόλου των αιτημάτων, οι αρμόδιες για την έρευνα Αρχές πρέπει να έχουν διασυνοριακή συνεργασία με τους παρόχους υπηρεσιών. Ωστόσο, το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο δεν εγγυάται την ταχεία και αποτελεσματική πρόσβαση που είναι αναγκαία για την επιτάχυνση του πλήθους των ερευνών που διεξάγονται σε όλη την Ευρώπη. Οι διαδικασίες δικαστικής συνεργασίας, όπως οι συνθήκες για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή και η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας, αποδεικνύονται όλο και λιγότερο κατάλληλες για την ψηφιακή εποχή, για διάφορους λόγους:

• Μπορεί να είναι υπερβολικά χρονοβόρες, ακόμη και για τα πιο απλά αιτήματα· και οι απαντήσεις μπορεί να χρειαστούν μήνες ώσπου να διαβιβαστούν στην αρχή έκδοσης.

• Στηρίζονται στο κριτήριο της γεωγραφικής θέσης των δεδομένων, το οποίο είναι παρωχημένο σε μια εποχή άνευ προηγουμένου κινητικότητας δεδομένων, κατά την οποία τα δεδομένα θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να αποθηκευτούν από τον ίδιο πάροχο, σε διαφορετικές χώρες.

• Αυτού του είδους οι διαδικασίες δημιουργήθηκαν αρχικά για τη διασφάλιση της κυριαρχίας ενός άλλου κράτους· συχνά όμως, η μόνη σύνδεση του άλλου κράτους με το ίδιο το έγκλημα είναι η τοποθεσία της έδρας του παρόχου υπηρεσιών.
Αυτή η αναποτελεσματικότητα δημιουργεί σαφείς περιορισμούς στον αγώνα κατά του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, ιδίως όταν σχετικά στοιχεία, όπως τα πειστήρια για την υπογράμμιση του δεσμού μεταξύ των υπόπτων, εξαφανίζονται πριν από την απόκτησή τους από τις Αρχές επιβολής του νόμου. Αυτό είναι εξαιρετικά ενοχλητικό, καθώς στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ο στόχος της ποινικής έρευνας διαμένει στην ίδια χώρα με την αρμόδια για την έρευνα Αρχή και ο διεθνής χαρακτήρας της υπόθεσης προκύπτει απλώς από τον τόπο κύριας εγκατάστασης του παρόχου υπηρεσιών.

Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε τον Απρίλιο του 2018 πρόταση κανονισμού σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις. Αυτή ήταν επίσης η αιτία για την εκπόνηση συνοδευτικής οδηγίας που υποχρεώνει όλους τους παρόχους υπηρεσιών που επιλέγουν να προσφέρουν υπηρεσίες εντός της Ε.Ε. –ανεξαρτήτως έδρας– να συνεργάζονται με τις αρμόδιες για την έρευνα Αρχές. Η νομοθεσία αυτή καθίσταται εφικτή εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και Δικαιοσύνης, εντός του οποίου οι αντίστοιχες δικαστικές αρχές λειτουργούν υπό τη βασική αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Τα μέτρα αυτά μας είναι απαραίτητα και συνεπώς καλούμε τους συν-νομοθέτες να εγκρίνουν αυτό το πακέτο χωρίς καθυστέρηση, εξασφαλίζοντας ένα αποτελεσματικό εργαλείο στις εισαγγελικές αρχές.

Μόλις εγκριθεί από τους συν-νομοθέτες της Ενωσης, οι δικαστικές αρχές της Ε.Ε. θα έχουν στη διάθεσή τους ένα αποτελεσματικό εργαλείο έρευνας, ενώ παράλληλα θα προστατεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και θα εξασφαλίζονται ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία για τις Αρχές, τους παρόχους υπηρεσιών και τους πολίτες. Καθώς οι αρμόδιες για την έρευνα Αρχές απαιτούν ταχεία πρόσβαση σε δεδομένα προτού αυτά διαγραφούν, υποστηρίζουμε επίσης τις προτεινόμενες προθεσμίες βάσει των οποίων οι πάροχοι υπηρεσιών θα υποχρεούνται να ανταποκρίνονται σε αιτήματα εντός μέγιστης προθεσμίας δέκα ημερών.

Χρειάζεται να παράσχουμε στις Αρχές επιβολής του νόμου και στις δικαστικές αρχές μας τα εργαλεία του 21ου αιώνα που είναι απαραίτητα για να λογοδοτούν οι εγκληματίες και οι τρομοκράτες που σήμερα δρουν έχοντας συγκριτικό πλεονέκτημα. Παροτρύνουμε όλους τους εμπλεκομένους να δώσουν προτεραιότητα στον συγκεκριμένο φάκελο και να θέσουν ως στόχο τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού εργαλείου που θα επιτρέπει στις αρμόδιες για την έρευνα Αρχές να αντιμετωπίζουν τις υφιστάμενες απειλές, να αποδίδουν Δικαιοσύνη για τα θύματα και να παρέχουν ένα πιο ασφαλές περιβάλλον για τους πολίτες μας στην ψηφιακή εποχή.

Την επιστολή συνυπογράφουν, μεταξύ άλλων, ο εισαγγελέας εφετών Αθηνών, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, και ο πρώτος εισαγγελέας αντιτρομοκρατίας της Γαλλίας, Ζαν-Φρανσουά Ρικάρντ.

* Ο κ. Ζιλ ντε Κερσόβ είναι συντονιστής της αντιτρομοκρατικής δράσης της Ε.Ε.

Πηγή: kathimerini.gr