Μικρή αλλόκοτη χειμωνιάτικη ιστορία

127

«Κάθε φορά που τραβάω πολυσύχναστα μέρη, στο εξωτερικό, αναρωτιέμαι μετά τι να απέγιναν όλα αυτά τα πρόσωπα. Τι ζωές έζησαν;».

Τον παρατήρησε κάποια στιγμή ξανακοιτώντας παλιές φωτογραφίες: μέσα στην Γκαλερία Βιτόριο Εμανουέλε Β΄ του Μιλάνου· μέσα στην κοσμοπλημμύρα του τουριστικού λιμανιού του Κέιπ Τάουν· έξω από το «Φόιλς» του Λονδίνου· σε ένα ιταλικό εστιατόριο στην Πρίνσες Σκουέρ της Γλασκώβης· πλάι στο φροντισμένο, πολυσύχναστο ρέμα του Τσεονγκιετσεόν, στην καρδιά της Σεούλ, στη Ν. Κορέα. Ορθιος, ακίνητος ή περαστικός διαβάτης, καθιστός στο γρασίδι άλλοτε, ο άγνωστος άνδρας είναι παρών σε όλες αυτές τις φωτογραφίες που τραβάει στα ταξίδια του ο κύριος Γκρι. Διακρίνεται σε όλα αυτά τα γεωγραφικά σημεία, σε δημόσιους χώρους μεγαλουπόλεων, αφήνοντας το στίγμα του σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Μάλλον: το στίγμα του απομένει μονάχα στην κάμερα του κυρίου Γκρι. Πουθενά αλλού. Ο ίδιος είναι βέβαιος πως τη στιγμή που τραβούσε τη φωτογραφία, ο συγκεκριμένος άγνωστος άνδρας δεν ήταν εκεί. Φορώντας τα ίδια πάντοτε ρούχα, μια φθαρμένη ανοιχτόχρωμη καπαρντίνα και μια τρέντι τραγιάσκα, κοιτώντας πάντοτε προς τον φακό με ένα αινιγματικό χαμόγελο – που έκρυβε κάτι σαν ειρωνεία αλλά και ένα παράπονο.

Απροσδιόριστης ηλικίας –ποτέ δεν εμφανίζεται κοντά στον φακό–, για τον κύριο Γκρι είναι ένα πλάσμα που δεν τον αφήνει σε ησυχία όποτε ταξιδεύει και φωτογραφίζει δημόσιους χώρους. Σαν να θέλει κάτι να του πει, μα δεν τον πλησιάζει ποτέ, δεν κάνει κάποια χειρονομία, τίποτα έξαλλο ή τρομακτικό. Κι ωστόσο, από τη στιγμή που βλέπει κάτι που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, ο τρόμος είναι εξασφαλισμένος. Η μεγάλη ανατριχίλα.

«Το κινητό σου είναι στοιχειωμένο», του είπα γελώντας. Για μένα όλο αυτό ήταν μια σύμπτωση, κάποιος με τόσο κοινή φυσιογνωμία είναι λογικό να μοιάζει σε κάποιον άλλο από ένα διαφορετικό σημείο του πλανήτη. Πώς τον πρόσεξε όμως;

«Κάθε φορά που τραβάω πολυσύχναστα μέρη σε δημόσιους χώρους, στο εξωτερικό, αναρωτιέμαι μετά τι να απέγιναν όλα αυτά τα πρόσωπα. Τι ζωές έζησαν; Μπορεί κάποιος από αυτούς να πέθανε λίγη ώρα μετά την τυχαία, αδιάφορη –ειδικά προς αυτούς– φωτογράφιση; Μπορεί να έκανε εκπληκτικό έρωτα έπειτα από λίγη ώρα; Να ανακάλυψε κάτι τρομερό για τη ζωή του; Να έπεσε να κοιμηθεί χωρίς να ξυπνήσει ποτέ ξανά; Ποιες είναι όλες αυτές οι ζωές που τυχαία, στα τυφλά σχεδόν, αιχμαλωτίζω; Ποιες είναι οι ιστορίες τους; Και σιγά σιγά άρχισα να τον ξεχωρίζω μέσα στο πλήθος. Εγινε κάτι σαν μυστικός πράκτορας της συνείδησής μου. Φάντασμα που στοιχειώνει όχι άδεια σπίτια τις νύχτες αλλά δημόσιους χώρους μέσα στο φως της ημέρας».

Μια νύχτα, ονειρεύτηκε αυτό τον άγνωστο άνθρωπο. Τον είχε πλησιάσει. Μπορούσε να τον αγγίξει. Κάτι του θύμιζε. Και τώρα του μιλούσε: κάτι του έλεγε μέσα στ’ όνειρο μα δεν μπορούσε να ακούσει από τη βουή του κόσμου ολόγυρά τους. Προτού ξυπνήσει κάθιδρος παρατήρησε στα μάτια του ξένου τα ίδια παιδικά δάκρυα που έχυσε και ο ίδιος κάποτε. Τα δάκρυα για τα οποία δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν.

Πηγή: kathimerini.gr