Η «μαύρη τρύπα» των δημόσιων ΚΤΕΟ

62

Στάθηκαν εμπόδιο στην ολοκλήρωση της διαδικασίας διασταύρωσης των βάσεων δεδομένων των υπουργείων Μεταφορών και Οικονομικών για τα ανέλεγκτα οχήματα, το επίπεδο εξυπηρέτησης υστερεί σημαντικά έναντι των ιδιωτικών ΚΤΕΟ, στοιχίζουν στον κρατικό προϋπολογισμό εκατομμύρια ευρώ ετησίως και παρ’ όλα αυτά παραμένουν εν ενεργεία. Ο λόγος για τα δημόσια ΚΤΕΟ, τα οποία αν και έχουν μειωθεί αριθμητικά τα τελευταία χρόνια, προκαλούν πονοκέφαλο στο υπουργείο Υποδομών το οποίο καλείται να διαχειριστεί μία ακόμη μαύρη τρύπα στα οικονομικά του.

Μπορεί η σχετική μελέτη να μετρά κάποια χρόνια, τα στοιχεία, ωστόσο, δεν έχουν αλλάξει από τότε, με την κατάσταση να μην έχει βελτιωθεί ούτε στο ελάχιστο. Αντιθέτως, από τα 55 δημόσια ΚΤΕΟ που λειτουργούσαν πανελλαδικά το 2013, οπότε και εκπονήθηκε η εν λόγω μελέτη, τα 29 έχουν βάλει λουκέτο. Ο λόγος που έκλεισαν βέβαια δεν ακούει στο όνομα «οικονομικές δυσκολίες», αλλά στην αδυναμία πιστοποίησης. Και αυτό γιατί όταν κλήθηκαν να συμμορφωθούν με τις προδιαγραφές των ιδιωτικών το 2013, πολλά από αυτά δεν τα κατάφεραν. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και το 2013 τα δημόσια ΚΤΕΟ δεν διατηρούσαν ηλεκτρονικά αρχεία, αλλά χειρόγραφα – παρά το γεγονός ότι είχαν διορία από το 2001 έως το 2013 να εντάξουν το μηχανογραφικό τους σύστημα στις απαιτούμενες προδιαγραφές. Ο εξοπλισμός τους, μάλιστα, υστερούσε σημαντικά έναντι των ιδιωτικών, καθώς για την ίδρυση ιδιωτικού ΚΤΕΟ οι προδιαγραφές ήταν πολύ αυστηρές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα βασικά εργαλεία τεχνικού ελέγχου, το αμορτισόμετρο, δεν υπήρχε σε κανένα δημόσιο ΚΤΕΟ το 2013. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η πλειονότητα των δημόσιων ΚΤΕΟ αδυνατούσε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση διαπίστευσης που απαιτούσε ένα συγκεκριμένο πιστοποιητικό (ISO 17020) το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα αυστηρό και υψηλής ακρίβειας. Οπως εκτιμούν, μάλιστα, στελέχη της αγοράς εάν εξακολουθούσε να ισχύει σήμερα η υποχρέωση διαπίστευσης (με το παραπάνω πιστοποιητικό) κανένα δημόσιο ΚΤΕΟ δεν θα μπορούσε να πιστοποιηθεί. Σημειώνεται, δε, ότι τα ιδιωτικά στην πλειονότητά τους διαπιστεύθηκαν με το παραπάνω πιστοποιητικό.

Ωστόσο, με νόμο που εκδόθηκε το 2015 απαλλάχθηκαν όλα τα ΚΤΕΟ (δημόσια και ιδιωτικά) από την υποχρέωση διαπίστευσης, η οποία αντικαταστάθηκε από ένα άλλο πιστοποιητικό (ISO 9001) πολύ απλούστερο και λιγότερο τεχνικό και αυστηρό. Κατέστη σαφές ότι ο νόμος τότε άλλαξε προκειμένου να ευνοηθούν τα δημόσια ΚΤΕΟ γιατί υπό άλλες συνθήκες θα έβαζαν όλα λουκέτο. Ο λόγος από τη μία είχε να κάνει με το γεγονός ότι δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που έθετε το εν λόγω πιστοποιητικό, ενώ ταυτόχρονα το κόστος έκδοσής του ξεπερνούσε τις δυνατότητες των υπερχρεωμένων δημόσιων ΚΤΕΟ. Τα ιδιωτικά ΚΤΕΟ από την άλλη δεν ευνοήθηκαν, καθώς προκειμένου να λάβουν άδεια λειτουργίας (όταν ιδρύθηκαν) έπρεπε να έχουν ήδη την εν λόγω διαπίστευση.

Παρά το γεγονός ότι τα δημόσια ΚΤΕΟ προσφέρουν τις υπηρεσίες τους έναντι ελαφρώς μικρότερου αντιτίμου (η διαφορά με τα ιδιωτικά κυμαίνεται μεταξύ 5 και 10 ευρώ), οι πολίτες επιλέγουν τις υπηρεσίες των ιδιωτικών. Και αυτό γιατί μπορούν να κλείσουν ραντεβού και να περάσουν από τεχνικό έλεγχο το όχημά τους την προγραμματισμένη ώρα, η εξυπηρέτηση είναι ταχύτερη, ενώ και οι εγκαταστάσεις, αν και μικρότερες συνήθως, είναι σε καλύτερη κατάσταση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα, το μοναδικό δημόσιο ΚΤΕΟ που λειτουργεί στην Αττική είναι αυτό του Χολαργού και εξυπηρετεί μηνιαίως έως 800 αυτοκίνητα. Αντιστοίχως, το μικρότερο ιδιωτικό ΚΤΕΟ της Αττικής, με την πιο περιορισμένη κίνηση υπολογίζεται ότι ελέγχει κάθε μήνα τουλάχιστον 1.500 αυτοκίνητα, σε εγκαταστάσεις που αποτελούν το 1/10 σε έκταση του αντίστοιχου δημοσίου. Παράλληλα, ένα δημόσιο ΚΤΕΟ διατηρεί περίπου 30 άτομα προσωπικό (τεχνικούς και διοικητικούς), με αποτέλεσμα ο παραπάνω αριθμός ελέγχων να μην επαρκεί ούτε για την κάλυψη του μισθολογικού κόστους. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι προ ετών, το 2013, το υπουργείο Μεταφορών είχε αναθέσει σε ορκωτούς ελεγκτές την εκπόνηση σχετικής μελέτης για τη λειτουργία των δημόσιων ΚΤΕΟ. Εκεί διαπιστώθηκε ότι όλα, ανεξαιρέτως, ήταν «κόκκινα», δηλαδή ζημιογόνα. Στη μελέτη της εταιρείας Mazars επισημαίνεται πως η λειτουργία των δημόσιων ΚΤΕΟ επιβαρύνει με περισσότερα από τρία εκατ. ευρώ τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ηταν, μάλιστα, εντυπωσιακό ότι τα δημόσια ΚΤΕΟ έδιναν στοιχεία στην εταιρεία ορκωτών λογιστών κατά βούληση. Δηλαδή κοινοποίησαν μόνο το κόστος μισθοδοσίας, ενώ βάφτιζαν ως καθαρό έσοδο τον ΦΠΑ καθώς και τις εισροές από τα παράβολα. Παράλληλα, στη μελέτη των ορκωτών λογιστών δεν γινόταν καμία αναφορά σε λοιπά σταθερά κόστη όπως π.χ. κόστος χρήσης γης, λογαριασμοί ρεύματος, νερού, τηλεφώνου, ασφάλιση επαγγελματικής – αστικής ευθύνης κ.λπ. που επιβαρύνουν κάθε αντίστοιχη ιδιωτική επιχείρηση. Επίσης, δεν αναφέρθηκαν καθόλου τα μεταβλητά κόστη, δελτία, λοιπά έντυπα εκτυπώσεων, διάφορα αναλώσιμα, αυτοκόλλητα σήματα ΚΤΕΟ στις πινακίδες οχημάτων κ.λπ.

Η έκθεση καταλήγει αναφέροντας ότι: «Το αλγεβρικό άθροισμα των στοιχείων διαμορφώνει εκτιμώμενες εισροές οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν καθαρό έσοδο για το ΚΤΕΟ, καθώς ενδέχεται να συμπεριλαμβάνονται ΦΠΑ, πρόστιμα και τέλη τα οποία περιέχονται στον κρατικό προϋπολογισμό». Κατά συνέπεια, η σύγκριση οικονομικών μεγεθών γίνεται μεταξύ εσόδων (μεικτών) και δαπάνες μισθοδοσίας. Να υπενθυμίσουμε πως το 2013, οπότε και σταμάτησαν να λειτουργούν δημόσια ΚΤΕΟ (επαναλειτούργησαν μερικά εξ αυτών το 2015 μετά την κατάργηση της διαπίστευσης και την αντικατάστασή της από την πιστοποίηση), διατηρούσαν κάτω από 20% μερίδιο αγοράς, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο το πέρασμά τους στην κερδοφορία. Το μερίδιο, μάλιστα, της αγοράς που διατηρούν τα δημόσια ΚΤΕΟ βαίνει συνεχώς μειούμενο. 

Πηγή: kathimerini.gr