Καταφύγιο Πιερίων: Το χωριό του Αλέξη Ζορμπά

200

Τελικά, μήπως ο Άντονι Κουίν ήταν Έλληνας; Το Αντώνης παίζει. Το Κουίν όμως πώς να το ελληνοποιήσεις; Και αν ήταν Έλληνας, από πού θα μπορούσε να κατάγεται; Πού θα μπορούσε να είχε γεννηθεί; Διότι τέτοια ελληνολεβεντιά βγαίνει μόνο πηγαία. Από την ψυχή. Δεν μπορεί να διδαχθεί σε καμία σχολή υποκριτικής. Διότι ως γνωστόν το ελληνικό ταμπεραμέντο δεν αντιγράφεται. Βλέπεις για παράδειγμα τους ξένους τουρίστες που χορεύουν συρτάκι μιμούμενοι τάχα δήθεν τον Ζορμπά και σε πιάνουν τα γέλια. Αυτά και άλλα πολλά τρελά κινηματογραφικά σενάρια και ελληνοκαμώματα, που μας κάνουν περήφανους, στροβιλίζουν στο μυαλό μου καθώς, Σάββατο πρωί, ανηφορίζω στο δρόμο που οδηγεί στο Καταφύγιο, το χωριό που γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Αλέξης Ζορμπάς του Νίκου Καζαντζάκη και του Μιχάλη Κακογιάννη. Μιλάμε δηλαδή για έναν καθαρόαιμο Βλάχο, κοντά δυο μέτρα μπόι, του οποίου το πρώτο κλάμα αντήχησε στα βουνά και στις ρεματιές των Πιερίων, κοντά στα 1500 μέτρα υψόμετρο. Ένας Βλάχος, στο βίο και την πολιτεία του οποίου οφείλει πάρα πολλά τις τελευταίες δεκαετίες ο Ελληνικός τουρισμός.

Με τούτα και με εκείνα έφτασα στο χωριό του θρυλικού Ζορμπά. Επί της υποδοχής η συμπαθέστατη κυρία Νίτσα. Καμιά δεκαριά νοματαίοι όλοι κι όλοι έμειναν στο Καταφύγι, ένα χωριό πανέμορφο λες και το αιχμαλώτισαν εκεί ψηλά οι κέδροι και τα έλατα. Μόνο σε τούτο τον τόπο θα μπορούσε να γεννηθεί ο Αλέξης Ζορμπάς. Γέννημα θρέμμα των περήφανων ορέων των Πιερίων θα μπορούσε μόνο να είναι. Εδώ για να επιβιώσεις, η δρασκελιά σου πρέπει να είναι δυο μέτρα, το μυαλό σου κοφτερό σαν ξυράφι, ο λόγος σου συμβόλαιο και η κορμοστασιά σου αλύγιστη στον χειμωνιάτικο αγέρα που σώνει και καλά θέλει να σε γονατίσει. Τέτοιος Ελληνόβλαχος ήταν ο Ζορμπάς. Ολόιδιος και Άντονι Κουίν. Κι από εδώ απλώθηκε η φήμη του σε όλη την Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο όπου σε κάθε γωνιά ακούς το συρτάκι και τους ξένους να σέρνουν νωχελικά τα πόδια τους πέρα δώθε. Το συρτάκι θέλει ψυχή. Από αυτή την άποψη λοιπόν όλοι θα ήθελαν να είναι Έλληνες. Το θέλησε και ο Κουίν και έγινε.

Τώρα, οι λιγοστοί Καταφυγιώτες προσπαθούν να ξαναφτιάξουν το χωριό τους από την αρχή. Μόνοι τους. Πήραν κουράγιο από τη νέα δημοτική αρχή. Περιμένουν όμως και το κράτος των Αθηνών να βάλει το χεράκι του. Έστω το υπουργείο Πολιτισμού. Ο ΕΟΤ ας πούμε. Κάποιος τέλος πάντων να βοηθήσει ετούτο τον όμορφο τόπο. Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο θρύλος της ελληνικής λεβεντιάς αναστυλώθηκε. Απέξω από το φράχτη όμως, τα αγριόχορτα δεν αφήνουν κανέναν να πλησιάσει.

Αγριεύεσαι σαν σιμώνεις. Κοιτάζεις αμήχανος αριστερά δεξιά. Ψάχνεις ατραπό να μπεις στην αυλή του σπιτιού του θρύλου. Αδύνατον. Ερημιά. Θα φτιάξουν, λέει η κυρά-Νίτσα, κάποτε μουσείο. Το λένε οι αρμόδιοι εδώ και είκοσι χρόνια. Τίποτε δεν έκαναν μέχρι τώρα για τον αέναο πραματευτή, γυρολόγο και πρεσβευτή του Ελληνικού τουρισμού.
Η ώρα πέρασε. Ο ήλιος κρύβεται σιγά-σιγά πέρα μακριά στην Ήπειρο. Το φως λιγοστεύει. Τα πουλιά ψάχνουν τις φωλιές τους. Οι λιγοστοί κάτοικοι κουρνιάζουν στα σπιτικά τους.
Φεύγοντας, παίρνω μαζί μου το κινηματογραφικό σενάριο που τη στιγμή εκείνη συνθέτουν εντελώς άτσαλα και πρόχειρα, μυαλό και ψυχή. Που ξέρεις… Μπορεί ο Αλέξης Ζορμπάς να είναι ακόμη μέσα. Και παραδίπλα του καθισμένος στο σκαμνί ο άλλος Έλληνας. Ο Άντονι Κουίν. Μπορεί από το πρωί να αρχίζουν τα τσίπουρα… Ερμητικά κλειστές έχουν τις πόρτες. Στους δυο λεβέντες τρίτος δεν χωρεί. Και που ξέρεις σαν αποτραβιέται για ξεκούραση ο ήλιος πέρα στα βουνά, ετούτοι δω μπορεί να το στρώνουν στο λεβέντικο συρτάκι καταμεσής στην αυλή. Να αντιλαλούν οι ρεματιές με τις μαγευτικές νότες του άλλου μεγάλου Έλληνα, του Μίκη Θεοδωράκη. Να σαγηνεύονται τα νυχτοπούλια. Να στήνουν για χάρη των Ζορμπάδων σαγηνευτικό χορό ολόγυρα κι ολονυχτίς με τις αραχνοΰφαντες διάφανες φορεσιές τους οι νεράιδες και οι νύμφες των Πιερίων. Να σκιάζεται με το γλεντοκόπημα η νύχτα. Να φεύγει τρομαγμένη για να φανούν με το ξημέρωμα, ξανά στις περήφανες βουνοκορφές η Πούλια και ο Αυγερινός.

Πηγή:.greecetravelmagazine.com